Το «παράθυρο» για απαλλαγή από τον ΦΠΑ και η αλλαγή του 2019

του Αγαμέμνονα Σταυρόπουλου*

Το «παράθυρο» για απαλλαγή από τον ΦΠΑ και η αλλαγή του 2019

Από το 2015 ισχύει η απαλλαγή ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις οι οποίες δεν ξεπερνούν τζίρο 10.000 τον χρόνο. Η απαλλαγή αυτή αφορά τόσο φυσικά πρόσωπα, επιτηδευματίες, όσο και εταιρείες, ανεξαρτήτως τύπου νομικού προσώπου.

Όσες επιχειρήσεις λοιπόν το 2018 δεν ξεπέρασαν σε κύκλο εργασιών το ποσό των 10.000 ευρώ, δύνανται μέχρι 31/01/2019, να δηλώσουν στο μητρώο της εφορίας ότι επιθυμούν την ένταξή τους στο καθεστώς απαλλαγής ΦΠΑ. Η προθεσμία αυτή είναι ανατρεπτική, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας η επιχείρηση δεν έχει πλέον το δικαίωμα ένταξης στο ειδικό καθεστώς απαλλαγής ΦΠΑ.

Αν η επιχείρηση είχε έναρξη μέσα στο 2018, τότε το όριο των 10.000 ευρώ υπολογίζεται αναλογικά. Π.χ. αν μια επιχείρηση είχε έναρξη την 1/4/2018, μπορεί για το 2019 να ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς, μόνο αν δεν ξεπέρασε τις 7.500 ευρώ σε κύκλο εργασιών. Από το 2019 όμως τη δυνατότητα ένταξης σε καθεστώς απαλλαγής ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις έχουν και οι επιχειρήσεις κατά τον χρόνο έναρξής τους. Από τη στιγμή όμως που θα ξεπεράσουν το όριο των 10.000 αυτομάτως θα πρέπει να χρεώνουν με ΦΠΑ τις πωλήσεις τους, ακόμα και αν δεν κάνουν την μεταβολή στο μητρώο της εφορίας. Το τελευταίο ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις που εντάσσονται στο καθεστώς απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων και αυτό συνιστά μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με τα ισχύοντα μέχρι 31/12/2018. Μέχρι και πέρυσι, αν μια επιχείρηση εντασσόταν στο καθεστώς μικρών επιχειρήσεων, παρέμενε στο απαλλασσόμενο καθεστώς για όλη τη διάρκεια της χρήσης, ακόμα και αν ξεπερνούσε κατά πολύ το όριο των 10.000 ευρώ. Από φέτος όμως, η απαλλασσόμενη επιχείρηση, τη στιγμή που προβεί σε συναλλαγή με την οποία θα ξεπεράσει το όριο των 10.000 αυτομάτως θα πρέπει να χρεώνει ΦΠΑ για τις πωλήσεις της, αρχής γενομένης από το συνολικό ποσό του τιμολογίου με το οποίο πραγματοποιήθηκε η υπέρβαση του ορίου.

Μια άλλη σημαντική αλλαγή που ισχύει από 01/01/2019 είναι ότι πλέον ο νόμος δεν θέτει ελάχιστο χρονικό όριο παραμονής 2 ετών στο απαλλασσόμενο καθεστώς, όσο η επιχείρηση δεν υπερβαίνει το όριο απαλλαγής.

Η πιο σημαντική αλλαγή των σχετικών διατάξεων που ισχύει από φέτος, είναι ότι πλέον το όριο των 10.000 δεν λαμβάνει υπόψη όλα τα εισοδήματα της επιχείρησης, αλλά μόνο τα εισοδήματα που υπόκεινται σε ΦΠΑ και μάλιστα εξαιρώντας πωλήσεις παγίων. Π.χ. ένας ασφαλιστής, θα μπορούσε να προσφέρει υπηρεσίες σύστασης πελατείας, υπηρεσία εκτός ασφαλιστικής αγοράς που επιβαρύνεται με ΦΠΑ και να κάνει χρήση της απαλλαγής μικρών επιχειρήσεων, όσο ο τζίρος από τις μη ασφαλιστικές υπηρεσίες, δεν ξεπερνά τις 10.000 καθ΄ έτος.

Όσες επιχειρήσεις εντάσσονται στο απαλλασσόμενο καθεστώς, δεν δικαιούνται να εκπίπτουν τον ΦΠΑ των αγορών και των δαπανών τους. Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές και οι δαπάνες τους αυξάνονται κατά το ποσό του ΦΠΑ με τις οποίες επιβαρύνονται. Για το λόγο αυτό, μια επιχείρηση που οι πελάτες της είναι επίσης επιχειρήσεις, δεν έχει συμφέρον να ενταχθεί στο απαλλασσόμενο καθεστώς, καθώς θα πρέπει να κρατήσει ίδιες τιμές προς τους πελάτες της προ ΦΠΑ. Αν όμως απευθύνονται σε ιδιώτες, τότε έχει συμφέρον, καθώς για τον ιδιώτη ο ΦΠΑ είναι κόστος, οπότε είναι αδιάφορος αν στο αντίτιμο που πληρώνει περιλαμβάνεται ή όχι ΦΠΑ.

*Ο Αγαμέμνονας Σταυρόπουλος, Λογιστής - Φοροτεχνικός Α' τάξης είναι managing partner στη λογιστικό γραφείο New Accounts A.E.

Άλλα άρθρα του Αγαμέμνονα Σταυρόπουλου στο fpress.gr

Του ΕΦΚΑ τα παράλογα

Προκαταβολή φόρου: μια ελληνική πατέντα Τι κάνουν οι άλλες χώρες

Βραχυχρόνιες μισθώσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα