Citigroup: Δασμοί και εντάσεις περιορίζουν τις Ευρωπαϊκές μετοχές - Υποβάθμιση της σύστασης
Πώς διαμορφώνονται από τη Citigroup οι τιμές στόχοι για τους βασικούς μετοχικούς δείκτες στην ευρωπαϊκή αγορά
Σε υποβάθμιση της σύστασής τους σε «ουδέτερη θέση» (από «αύξηση θέσεων») για τις ευρωπαϊκές μετοχές προχώρησε η Citigroup, ως απόρροια της τελευταίας κλιμάκωσης των διατλαντικών εντάσεων και της αβεβαιότητας γύρω από τους δασμούς, που περιορίζουν τη βραχυπρόθεσμη επενδυτική προοπτική και θέτουν υπό αμφισβήτηση τον ρυθμό αύξησης των κερδών ανά μετοχή. Η τράπεζα εκτιμά ότι μία αύξηση των δασμών κατά 10% μπορεί να μειώσει την κερδοφορία των ευρωπαϊκών εταιρειών κατά 2-3 ποσοστιαίες μονάδες, με το 30% των εταιρειών του δείκτη Stoxx 600 με τη μεγαλύτερη διεθνή έκθεση να αντιστοιχεί στο 45% της συνολικής αγοράς, ενώ το 30% των εταιρειών με έμφαση στην εγχώρια αγορά περιορίζεται μόλις στο 15% της κεφαλαιοποίησης.
Παρά τη γενική αβεβαιότητα στην Ευρώπη, η Citigroup διατηρεί σύσταση «αύξησης θέσεων» (overweight) σε τομείς όπως οι τράπεζες, οι βασικές πρώτες ύλες, η άμυνα, η προσωπική φροντίδα και η υγεία. Σε γεωγραφικό επίπεδο, διατηρεί overweight στις αναδυόμενες αγορές και την Ιαπωνία (με αναβάθμιση από ουδέτερη θέση), ουδέτερη θέση στην Ευρώπη εκτός Βρετανίας και στις ΗΠΑ, και μείωση θέσεων σε Βρετανία και Αυστραλία.
Οι τιμές-στόχοι για το τέλος του 2026 που θέτει η Citigroup αφορούν τον παγκόσμιο δείκτη MSCI AC World στις 1360 μονάδες, τον S&P 500 στις 7700 μονάδες, τον ευρωπαϊκό Stoxx 600 στις 640 μονάδες, τον Topix της Ιαπωνίας στις 3900 μονάδες και τον MSCI Emerging Markets ($) στις 1540 μονάδες.
Η τράπεζα σημειώνει ότι οι διατλαντικές εντάσεις θα μπορούσαν να υποχωρήσουν εάν υπάρξει συμβιβασμός ΗΠΑ – Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ για την ανάπτυξη κοινών βάσεων και την εξόρυξη σπάνιων γαιών, ή αν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφανθεί κατά των δασμών IEEPA του Προέδρου Τραμπ, περιορίζοντας πολλούς από τους κινδύνους για την Ευρώπη.
Μεσομακροπρόθεσμα, η Citigroup τονίζει ότι παραμένει ισχυρό το επιχείρημα υπέρ της διαφοροποίησης των επενδύσεων, καθώς η αβεβαιότητα για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων και της υποδομής ασφαλείας της Δύσης συνεχίζει να επηρεάζει τις αγορές.