Αγαμέμνων Σταυρόπουλος

Προκαταβολή Φόρου: Μια ελληνική «πατέντα» - Τι κάνουν οι άλλες χώρες

Του Αγαμέμνονα Σταυρόπουλου*

Προκαταβολή Φόρου: Μια ελληνική «πατέντα» - Τι κάνουν οι άλλες χώρες

Τα τελευταία λόγια γίνεται πολύς λόγος για την προκαταβολή φόρου. Είναι πράγματι αξιοπρόσεκτο πώς σε μια περίοδο που έχουν αυξηθεί οι φορολογικοί συντελεστές και γενικά οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις, οι περισσότερες διαμαρτυρίες να αφορούν την προκαταβολή φόρου και το γεγονός αυτό από μόνο του είναι άλλη μια ένδειξη της έλλειψης ρευστότητας στην αγορά.

Λόγω της έκτασης που έχει πάρει το ζήτημα της προκαταβολής τα τελευταία χρόνια, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν πως είναι κάτι καινούριο στην φορολογική νομοθεσία. Ωστόσο αυτό που συνέβη το 2015 ήταν η αύξησή της, καθώς η προκαταβολή φόρου προβλεπόταν ήδη ακόμα και με τον παλιό κώδικα φορολογίας εισοδήματος.

Συγκεκριμένα οι ατομικές επιχειρήσεις είχαν προκαταβολή 55% και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες προκαταβολή 80%. Από το 2015 η προκαταβολή τόσο για ατομικές επιχειρήσεις όσο και για κάθε τύπου νομικό πρόσωπο ορίστηκε στο 100%, ενώ διατηρήθηκε η μείωση της προκαταβολής στο 50% του ισχύοντος συντελεστή για τα πρώτα 3 χρόνια της επιχείρησης. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως την πραγματικότητα για την προκαταβολή φόρου, επισημαίνοντας τα καίρια σημεία κριτικής που ασκείται στην επιβολή της:

Δεν ισχύει σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αυτό είναι αληθές. Αυτό όμως που δεν λαμβάνουμε υπ΄όψιν είναι ότι η υποχρέωση καταβολής του φόρου στην Ελλάδα ξεκινά πολύ καθυστερημένα, στο τέλος Ιουλίου του επόμενου έτους και καταλήγει στο τέλος Δεκεμβρίου. Σε άλλες χώρες δεν υπάρχει μεν προκαταβολή φόρου, αλλά η φορολόγηση των κερδών της χρήσης γίνεται είτε μέσα στο πρώτο τρίμηνο από τη λήξη της χρήσης, είτε μέσα στην ίδια την χρήση με την υποβολή προσωρινών φορολογικών δηλώσεων.

Ας δούμε λοιπόν χάριν παραδείγματος μια επιχείρηση που ιδρύθηκε το 2018 πώς θα καταβάλλει τους φόρους για τις πρώτες δύο χρήσεις στην Κύπρο και να τη συγκρίνουμε με μια αντίστοιχη επιχείρηση στην Ελλάδα.

Το παράδειγμα της Κύπρου

Στην Κύπρο λοιπόν, ήδη τον Ιούνιο του 2018 η επιχείρηση υπέβαλλε προσωρινή φορολογική δήλωση 6μήνου και πλήρωσε τον αναλογούντα φόρο. Με την λήξη του έτους θα υποβάλλει προσωρινή δήλωση για όλο το 2018 και θα αποδώσει τον φόρο που αναλογεί, αφού αφαιρέσει τον φόρο που πλήρωσε το πρώτο εξάμηνο. Με την οριστικοποίηση των κερδών του 2018, η επιχείρηση θα καταβάλλει τυχόν διαφορές ή θα προκύψει επιστροφή φόρου, αν όμως διαπιστωθεί ότι με την προσωρινή δήλωση καταβλήθηκε λιγότερο από το 75% θα επιβληθεί πρόστιμο. Κατόπιν στο πρώτο εξάμηνο του 2019 θα υποβάλλει προσωρινή δήλωση εξαμήνου κ.ο.κ.

Αντίστοιχα η ίδια εταιρεία στην Ελλάδα, κατά την διάρκεια του 2018 δεν θα πληρώσει κανέναν φόρο, θα υποβάλλει φορολογική δήλωση για την χρήση του 2018 από Απρίλιο μέχρι Ιούνιο του 2019 και θα πληρώσει τον φόρο σε 6 μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τέλος Ιουλίου. Η φορολογική αρχή λοιπόν επιβάλλει προκαταβολή φόρου, ώστε η επιχείρηση μέσα στο 2019 να πληρώσει και τον φόρο για τα έσοδα του 2019. Επειδή όμως δεν υπάρχει στην Ελλάδα η έννοια της προσωρινής φορολογικής δήλωσης, η φορολογική αρχή θεωρεί ότι τα κέρδη του 2019 θα είναι όσα και τα κέρδη του 2018.

Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που στην τρέχουσα χρήση τα κέρδη αναμένονται μικρότερα από την προηγούμενη; Θα πρέπει η επιχείρηση να περιμένει παθητικά θα προκύψει επιστροφή φόρου την επόμενη χρονιά, καθώς η προκαταβολή θα έχει ξεπεράσει το ύψος του φόρου όταν έρθει η ώρα της δήλωσης; Η απάντηση είναι πώς όχι. Ο νόμος προβλέπει ρητά ότι όταν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η τρέχουσα χρήση θα έχει πτώση κερδών μεγαλύτερη του 25% από την προηγούμενη χρονιά, τότε η επιχείρηση μπορεί να αιτηθεί στην φορολογική αρχή να μειωθεί αντίστοιχα και η προκαταβολή που θα επιβληθεί με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης για τα κέρδη της προηγούμενης χρονιάς. Η αίτηση αυτή μπορεί να γίνει από Ιανουάριο μέχρι Σεπτέμβριο κάθε έτους, δηλαδή μπορεί να γίνει και μετά την υποβολή της φορολογικής δήλωσης. Το ενδιαφέρον είναι ότι επίσης ο νόμος προβλέπει ρητά, ότι τυχόν μη απάντηση της φορολογικής αρχής στο αίτημα του φορολογούμενο, καθιστά την αίτηση δεκτή και η προκαταβολή μειώνεται. (αρθρ. 70 Ν. 4172/2013)

Ένα μεγάλο πρόβλημα που προέκυψε με τις δηλώσεις των φορολογικών ετών 2014, 2015 και 2016 ήταν ότι επιβαλλόταν προκαταβολή ακόμα και για επιχειρήσεις που είχαν κάνει διακοπή δραστηριοτήτων μέσα στην χρήση, άρα επιβαλλόταν προκαταβολή για ανύπαρκτη δραστηριότητα, για την οποία εξ ορισμού δεν υπήρχε φορολογητέα ύλη. Ευτυχώς αυτό έχει πλέον θεραπευτεί και όταν μια επιχείρηση υποβάλλει φορολογική δήλωση για την τελευταία της χρήση, δεν επιβάλλεται προκαταβολή ( ΔΕΑΦ 1140965 ΕΞ 2017). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μια επιχείρηση πρέπει να επισπεύσει το κλείσιμο της μέσα στην χρήση προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με προκαταβολή. Αν π.χ. δεν προλαβαίνει να κλείσει μέσα στο 2018 και κλείσει στις αρχές του 2019, μπορεί μέσα στο 2019 να κάνει την αίτηση μείωσης προκαταβολής που αναφέραμε παραπάνω και μάλιστα στην περίπτωση αυτή η αίτηση δεν θα βασίζεται σε εκτίμηση μειωμένων κερδών, αλλά σε οριστικά αποτελέσματα.

Η παρακράτηση των ελεύθερων επαγγελματιών

Υπάρχουν τέλος και περιπτώσεις που πρακτικά η προκαταβολή φόρου υπερβαίνει το 100%. Αναφέρομαι στην παρακράτηση φόρου που διενεργείται στα τιμολόγια των ελεύθερων επαγγελματιών. Καθώς αυτή είναι στο 20% του κύκλου εργασιών, πολύ συχνά υπερβαίνει τον συνολικό φόρο που επιβάλλεται στα κέρδη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παρακράτηση φόρου μειώνει όχι μόνο τον φόρο που καταβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης, αλλά και την προκαταβολή. Κατά την γνώμη μου η προκαταβολή φόρου δεν αποτελεί πρόβλημα, όσο η καταβολή του φόρου μπορεί να πληρωθεί εμπρόθεσμα στο δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους. Μάλιστα όπως είδαμε στο παράδειγμα με σύγκριση την Κύπρο, το ελληνικό σύστημα της προκαταβολής είναι πιο ευνοϊκό από τον Κυπριακό για τις επιχειρήσεις, τόσο από πλευράς ρευστότητας όσο και από πλευράς απλότητας διαδικασιών. Το πρόβλημα στην Ελληνική φορολογία είναι το ύψος των φορολογικών συντελεστών, τα εξοντωτικά πρόστιμα για ελάχιστες καθυστερήσεις και οι συνεχείς αλλαγές που έχουν προκαλέσει σύγχυση σε φορολογούμενους και ελεγκτές, όχι η προκαταβολή.

*Ο Αγαμέμνονας Σταυρόπουλος, Λογιστής - Φοροτεχνικός Α' τάξης είναι managing partner στη λογιστικό γραφείο New Accounts A.E.

Άλλα άρθρα του Αγαμέμνονα Σταυρόπουλου στο fpress.gr

Βραχυχρόνιες μισθώσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα