ΕΚΤ: Ζημιές 70 δισ. ευρώ στις μεγαλύτερες τράπεζες από τα πρώτα κλιματικά stress test

ΕΚΤ: Ζημιές 70 δισ. ευρώ στις μεγαλύτερες τράπεζες από τα πρώτα κλιματικά stress test

Σύμφωνα με τα stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι περισσότερες τράπεζες της Ευρωζώνης δεν έχουν μοντέλο υπολογισμού κλιματικού κινδύνου.

Μία ξαφνική αύξηση των δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα φέτος, σε συνδυασμό με ενδεχόμενες πλημμύρες και ξηρασίες, θα προκαλούσε ζημιές τουλάχιστον 70 δισ. ευρώ στις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πρώτων κλιματικών stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σε ανακοίνωσή της, η ΕΚΤ σημειώνει ότι πρόκειται για μία υποεκτίμηση των δυνητικών ζημιών των 41 τραπεζών καθώς τα test εστίασαν μόνο στον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς, χωρίς να λάβουν υπόψη τις έμμεσες συνέπειες, όπως μία επιβράδυνση της οικονομίας.

Οι τράπεζες, όπως και άλλες εταιρείες, πιέζονται όλο και περισσότερο από τους μετόχους τους και περιβαλλοντικές οργανώσεις να δράσουν γρήγορα για τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος των δραστηριοτήτων τους.

ΕΚΤ: Οι τράπεζες να εντείνουν τις προσπάθειες για μέτρηση και διαχείριση κλιματικού κινδύνου

Τα stress test διαπίστωσαν επίσης ότι οι περισσότερες τράπεζες της Ευρωζώνης δεν έχουν ένα μοντέλο για τον υπολογισμό του κλιματικού κινδύνου και κατά κανόνα δεν τον λαμβάνουν υπόψη κατά τις χορηγήσεις δανείων.

«Οι τράπεζες της Ευρωζώνης πρέπει επειγόντως να εντείνουν τις προσπάθειες για τη μέτρηση και διαχείριση του κλιματικού κινδύνου, κλείνοντας τα κενά που υπάρχουν σήμερα αναφορικά με στοιχεία και υιοθετώντας καλές πρακτικές που υπάρχουν ήδη στον κλάδο», δήλωσε ο επικεφαλής της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ Αντρέα Ενρία.

Η ΕΚΤ τόνισε ότι τα αποτελέσματα της άσκησης δεν θα έχουν αντίκτυπο στα υποχρεωτικά κεφάλαια των τραπεζών και ότι απλά θα ληφθούν υπόψη στο εποπτικό της έργο «από ποιοτική άποψη».

Η ΕΚΤ διεξάγει μία ξεχωριστή «θεματική αξιολόγηση» για να εκτιμήσει την πρόοδο των τραπεζών στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης του κλιματικού και περιβαλλοντικού κινδύνου στη δραστηριότητά τους και αναμένει από αυτές να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της το αργότερο έως το τέλος του 2024.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ