Η «εξαφάνιση» του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Ανετος, με χαλαρή διάθεση, μπήκε στην αίθουσα του Συμβουλίου της Ευρωομάδας ο Ευ. Τσακαλώτος.

Η «εξαφάνιση»  του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Ξεκρέμασε από τον ώμο του τον καλαίσθητο, δερμάτινο μαύρο χαρτοφύλακα -έχει απαρνηθεί, άλλωστε, εδώ και πολύ καιρό το γνωστό κόκκινο σακίδιο για τις εξορμήσεις εκτός συνόρων- κάθισε στη θέση του και έδειξε να απολαμβάνει το γεγονός ότι ουδείς ασχολείται μαζί του.

Έπιασε ψιλή κουβέντα με το Σλοβένο (!) ομόλογο του και λίγο πριν χτυπήσει η κουδούνα του Μ. Σεντένο, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και αστειεύτηκε με τον Ιταλό υπουργό Οικονομικών, νιώθοντας αναμφίβολα ανακουφισμένος που οι κεραυνοί των Βρυξελλών πέφτουν, πλέον, στη Ρώμη και όχι στην Αθήνα. Είναι πράγματι τόσο ρόδινα τα πράγματα στη διαπραγμάτευση για τις συντάξεις, που ο Ευ. Τσακαλώτος να μοιάζει τόσο χαλαρός; Όχι ακριβώς. Ο υπουργός Οικονομικών γνωρίζει από πρώτο χέρι, εδώ και πολύ καιρό, ότι σε ένα τέτοιο παζάρι, κάτι παίρνεις και κάτι δίνεις.

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο έχει «εξαφανιστεί» από το προσκήνιο, απέχοντας από επίσημες τοποθετήσεις, δηλώσεις και διαβεβαιώσεις για το θέμα των συντάξεων και τις εξαγγελίες της ΔΕΘ, δίνοντας το βήμα σε άλλα κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές, που διαγκωνίζονται στο ποιος θα πρωτοσώσει τις συντάξεις και ποιος θα πρωτοδώσειφοροελαφρύνσεις, επιδόματα και αναδρομικά. Όσον αφορά, δε, στα σενάρια περί μονομερούς ενέργειας, που διακινούνται από το κυβερνητικό στρατόπεδο, απέναντι στο ενδεχόμενο «εμπλοκής», στο υπουργείο Οικονομικών γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: θα ξαναβάλει την Ελλάδα στο κάδρο και θα δυναμιτίσει το σχεδιασμό σταδιακής επιστροφής στις αγορές.

Την ίδια ώρα, όπως έγινε και στο Eurogroup της περασμένης Δευτέρας, ο Ευ. Τσακαλώτος προσπαθεί να χτίσει συμμαχίες, προς αποφυγήν δυσάρεστων εκπλήξεων όταν έρθει η ώρα των κρίσιμων αποφάσεων, με τις πληροφορίες να αναφέρουν ότι η γερμανική πλευρά κινείται περίεργα τα τελευταία 24ωρα. «Μας προβληματίζει η στάση της Γερμανίας» λένε στα «Π» πηγές από το ευρωπαϊκό στρατόπεδο, την ώρα που υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών δήλωνε στα «Π»: Νομίζω ότι τα πράγματα πάνε καλά». Τι είναι αυτό που προκαλεί ανησυχία στους Ευρωπαίους; Η στάση του εκπροσώπου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών στο τελευταίο EuroworkingGroup ερμηνεύτηκε ως... τροχιοδεικτική βολή.

Τι επεσήμανε ο Γερμανός συνάδελφος του Γ. Χουλιαράκη, σπάζοντας τη σιωπή μηνών του Βερολίνου; Πως ό,τι αποφασιστεί για τις ελληνικές συντάξεις και τις εξαγγελίες ελαφρύνσεων, θα πρέπει να πάρει το «οκ» από το Γερμανικό Κοινοβούλιο. Η δεύτερη πηγή κινδύνου είναι η πάγια τακτική των Γερμανών να «παγώνουν» κάθε εξέλιξη, κάθε απόφαση που κινείται εκτός γραμμών, όταν αντιμετωπίζουν εσωτερικά προβλήματα. Στο υπουργείο Οικονομικών θυμούνται πολύ καλά τα καψώνια με το χρέος όσο οι Γερμανοί προετοιμάζονταν πέρσι για τις εκλογές τους, αλλά και την πρόσφατη «σιγή ασυρμάτου» πριν από τις κάλπες στη Βαυαρία. Ως προς το σχέδιο αυτό καθ' αυτό, η προσοχή όλων στρέφεται στο έκτακτο Eurogroup της 19ης του μήνα.

Το πρόβλημα είναι ότι αν στις 11 του μήνα, οι Ιταλοί δεν έχουν ρίξει νερό στο κρασί τους και επιμείνουν στην κόντρα τους με τις Βρυξέλλες, η ατμόσφαιρα στη συνεδρίαση της Ευρωομάδας θα μυρίζει μπαρούτι και είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν ο Ευ. Τσακαλώτος θα προλάβει να αποσπάσει μια επίσημη τοποθέτηση για το σχέδιο του Προϋπολογισμού, πριν το καταθέσει στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Αυτό που επισημαίνουν ευρωπαϊκές πηγές είναι ότι αν και η διαφορά στον υπολογισμό του υπερπλεονάσματος μειώνεται, παραμένει τέτοια που καθιστά απαγορευτική και τη διάσωση των συντάξεων και την υλοποίηση των εξαγγελιών της ΔΕΘ. Συγκεκριμένα, η διαφορά αυτή έχει πέσει στα 250- 300 εκατ. ευρώ και μπορεί να καλυφθεί αρκεί ένα από τα μέτρα του «πακέτου» της ΔΕΘ μείνει στο συρτάρι.

Με δεδομένο ότι το νομοσχέδιο για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών βαίνει προς τη Βουλή, αυτή που κινδυνεύει είναι η μείωση κατά 10% του ΕΝΦΙΑ, η οποία εξαρχής ήταν προγραμματισμένη να ισχύσει ως ένα από τα αντίμετρα στην περαιτέρω μείωση του αφορολογήτου.