Τι σημαίνει για την τσέπη σου να έχεις γεννηθεί από το 1980 έως το 1996

Τι σημαίνει για την τσέπη σου να έχεις γεννηθεί από το 1980 έως το 1996

Σε ένα αναλυτικό μακροσκελές άρθρο του, το περιοδικό Forbes, εξηγούσε πριν περίπου ένα χρόνο πως η γενιά των millennials μπορεί να καταφέρει την καλύτερη σχέση εργασίας και ελεύθερου χρόνου στην καθημερινότητά της, αφού τείνει να επιβάλει την από απόσταση, αλλά καλοπληρωμένη εργασία.

Το ρεπορτάζ φαίνεται να επιβεβαιώνεται όσο περνά καιρός. Αλλά αυτό στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα τα πράγματα για τους millennials είναι πολύ διαφορετικά. Στην Ελλάδα οι millennials είναι η γενιά των αντιθέσεων και των αντιφάσεων, η γενιά που βιώνει τις συνέπειες της οικονομικής και ηθικής πτώχευσης, η γενιά που δεν πληρώνεται καλά και ίσως δεν πάρει σύνταξη.

Οι εκπρόσωποί της γεννήθηκαν από το 1980 έως το 1996, έχουν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, εξοικείωση με την τεχνολογία και βίωσαν ή βιώνουν τη μετάλλαξη της ραγδαίας αλλαγής στην οικονομική πραγματικότητα μέσα στην οποία μεγάλωσαν ή μεγαλώνουν. Στην Ελλάδα είναι η πρώτη γενιά που είδε το βιοτικό της επίπεδο και τις οικονομικές της προοπτικές να χειροτερεύουν, τη στιγμή που έμπαινε στην παραγωγή. Είναι η δεύτερη γενιά της οποίας το μέλλον υποθηκεύτηκε για να πάρουν οι γηραιότεροι μεγαλύτερες και περισσότερες συντάξεις.

Όπως αναφέρει το Ινστιτούτο Bruegel, στον ευρωπαϊκό Νότο καταγράφεται εντονότερα το διαγενεακό χάσμα, καθώς οι ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις στην περίοδο της κρίσης επηρέασαν αρνητικά τους millennials ενώ ανάγκασαν 26 εκατομμύρια νέους να αντιμετωπίζουν την ανεργία, την αδυναμία συνέχισης των σπουδών τους και τη φτώχεια.

Οι πρώτοι της γενιάς, με το ένα τους πόδι στο παρελθόν και το άλλο στο παρόν, φεύγουν σωρηδόν στο εξωτερικό, αναζητώντας επαγγελματική εξασφάλιση, σπουδές, σταθερότητα για το μέλλον και την πεποίθηση πως θα έχουν τον τρόπο να ζήσουν με αξιοπρέπεια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Από όσους παραμένουν στην χώρα, οι περισσότεροι εργάζονται με λιγότερα χρήματα από αυτά που θα μπορούσε δίκαια να τους εξασφαλίσει η μόρφωση και οι τίτλοι σπουδών τους, γνωρίζοντας πως οι κρατήσεις και οι εισφορές δεν έχουν ανταποδοτικό όφελος.

Οι τελευταίοι της γενιάς, μαθημένοι στην ηλεκτρονική επικοινωνία και ελάχιστα στη φυσική – διαπροσωπική, ψηφιακοί πολίτες από κούνια, βγαίνουν ή θα βγουν στην παραγωγή με χαμηλούς μισθούς, σε διαλυμένη χώρα, ανασφάλιστοι ή μερικώς ασφαλισμένοι και ξεκρέμαστοι (και με το όνειρο να μεταναστεύσουν επίσης). Γνωρίζουν ότι πιθανότατα θα αλλάζουν επαγγέλματα και είναι πεπεισμένοι πως δεν θα επιβιώνουν από τη σύνταξη τους αν τελικά το ασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα αντέξει τόσα χρόνια. Όλοι μαζί, πρώτοι και τελευταίοι της γενιάς, φοβούνται το μέλλον και είναι οργισμένοι με το παρελθόν.

Για τους παραπάνω λόγους όμως οι millennials στην Ελλάδα μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Επειδή είναι αναγκασμένοι να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν σε ένα εχθρικό περιβάλλον, αντιμετωπίζουν προκλήσεις που θα τους κάνουν καλύτερους πρώτα σε ατομικό και ίσως μετά και σε συλλογικό επίπεδο. Ενώ μεγάλωσαν με την υπερβολική πολλές φορές στήριξη και προστασία από τους γονείς τους, τώρα δεν έχουν αυτονόητες παροχές και πρόνοιες για τις δυτικές κοινωνίες αλλά και για την Ελλάδα του 20ου αιώνα.

Είναι όμως απελευθερωτικό να μην περιμένεις από άλλους και να βασίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις. Από τις σπουδές και την επιλογή επαγγέλματος μέχρι τη νοοτροπία στην επίλυση των προβλημάτων και την επίτευξη των στόχων, το περιβάλλον μπορεί να σε κάνει δυνατό ή μαλθακό. Η έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε 3.000 νέους ηλικίας 18-37 ετών απ’ όλη την Ελλάδα το αποδεικνύει, καταγράφοντας ότι οι millennials έχουν πια «χωνέψει» την κρίση, με 9 στους 10 συμμετέχοντες να δηλώνουν ότι η κατάσταση των τελευταίων ετών έχει ισχυροποιήσει τις δυνατότητές τους να βρίσκουν λύσεις.

Το πλεονέκτημα της νεότητας των 24 ή ακόμα και των 34 ετών, από την άλλη, επιτρέπει στους εκπροσώπους της γενιάς να σχεδιάσουν το μέλλον τους και να φανταστούν το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής τους δεκαετίες μπροστά. Οι millennials έχουν προσδόκιμο ζωής πρωτόγνωρο για τον άνθρωπο, θα ζήσουν λυτρωτικά επιτεύγματα της επιστήμης και της ιατρικής, γνωρίζουν τη σημασία της υγιεινής ζωής, της προστασίας τους περιβάλλοντος και τα λάθη των προηγούμενων γενεών.

Οι διορισμοί, τα επιδόματα και οι κρατικές επιδοτήσεις ήταν «προνόμιο» των γονιών τους και τελείωσαν. Η ανταποδοτική ασφάλιση και η υποθήκευση των μελλοντικών γενεών δεν είναι λύση. Στην πραγματικότητα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως η ιδιωτική συνταξιοδοτική ασφάλιση είναι μονόδρομος για τους millennials. Μέχρι το 2020 θα αποτελούν το 50% του εργατικού δυναμικού. Την ίδια χρονιά, η αναλογία ατόμων άνω των 64 ετών προς 100 δυνητικά εργαζόμενους θα είναι σχεδόν 4 στους 10, ενώ το 2030 θα φτάσει το 45% και το 2040 το 60%!

Η αυτασφάλιση στην υγεία, στην σύνταξη, στον σεισμό και τις φυσικές καταστροφές αναδύεται ως αδιαμφισβήτητη βασική ανάγκη. Ακόμα και για χαμηλά αμειβόμενους η ιδιωτική ασφάλιση πλέον στην Ελλάδα δεν είναι απαγορευτική. Ειδικά η ασφάλιση υγείας για άτομα νεαρής ηλικίας έχει μικρό κόστος, διαρκές και άμεσο ανταποδοτικό όφελος και εξασφαλίζει την πρόσβαση σε ποιοτικές παροχές σήμερα και στο μέλλον.

Η ταυτόχρονη και παράλληλη της σύνταξης του δημοσίου, ιδιωτική σύνταξη, είναι επιβεβλημένη. Ο σχεδιασμός της αποταμίευσης για τη σύνταξη από νεαρή ηλικία και για πολλά χρόνια είναι σοφή επιλογή. Το ύψος της σύνταξης φυσικά είναι ανάλογο τους ετησίου ασφαλίστρου αλλά είναι ανάλογο και των ετών ισχύος του συμβολαίου μέχρι την λήξη του. Με χαμηλό ασφάλιστρο ο νέος ασφαλισμένος θα απαλλαγεί από το άγχος των μειώσεων και των χαμηλών συντάξεων και θα εξασφαλίσει εγγυημένη απόδοση. Θα έχει ευχέρεια στην επιλογή ηλικίας συνταξιοδότησης, ποσού σύνταξης και εφάπαξ.

Η αποταμίευση από μόνη της δεν είναι λύση. Ο προσωπικός σχεδιασμός όμως της σύνταξης είναι μια καλή βάση για επενδύσεις. Οι millennials εκτός από γενιά του «εγώ» είναι και γενιά της ευελιξίας της προσαρμοστικότητας και των δεξιοτήτων.

Ο Δημήτρης Κουτσονίκας είναι σύμβουλος ασφαλίσεων, εκπρόσωπος της 4U Insurance Consultants, οικονομολόγος

Δείτε τα υπόλοιπα άρθρα του Δημήτρη Κουτσονίκα στο fpress.gr ΕΔΩ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ