Τι είδε και τι άκουσε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στην Ουάσινγκτον

Τι είδε και τι άκουσε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στην Ουάσινγκτον
Η «μάχη ελεφάντων» -έτσι παρουσίασε ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος σε συνέντευξή του στο Bloomberg τη διάσταση θέσεων ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην Γερμανία όσον αφορά στη διευθέτηση του ελληνικού χρέους αλλά και τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα- βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Οι επαφές που πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσινγκτον στο πλαίσιο της Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας ανέδειξαν στην κάθε της λεπτομέρεια τη σύγκρουση απόψεων ανάμεσα στις δύο πλευρές με την Ελλάδα –μικρή «γαζέλα» την χαρακτήρισε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος η οποία μάλιστα προσπαθεί να αποφύγει να καταπλακωθεί- να βρίσκεται στη μέση περιμένοντας την κατάληξη των συζητήσεων.

Οι δύο ελέφαντες που παλεύουν μεταξύ τους –αυτή τη φράση χρησιμοποίησε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος- είναι το ΔΝΤ από τη μια πλευρά και η Γερμανία από την άλλη. Δημοσίως ο Παουλ Τόμσεν από τη μία πλευρά υποστήριξε ότι το ΔΝΤ θα συμμετείχε σε ένα ελληνικό πρόγραμμα το οποίο θα προέβλεπε για την Ελλάδα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 1,5% για την περίοδο μετά το 2018 (σ.σ οι προβλέψεις του μνημονίου δεν αμφισβητούνται από καμία πλευρά, ούτε από την ελληνική κάτι που σημαίνει ότι μέχρι το 2018, η χώρα θα πρέπει να εμφανίσει πλεόνασμα 3,5% ή 6,6 δις. ευρώ περίπου).

Ουσιαστικά, ο Πάουλ Τόμσεν ζήτησε από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς χρήματα για λογαριασμό της Ελλάδας καθώς η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, δημιουργεί καινούργιες δανειακές ανάγκες. Για να περιοριστούν αυτές οι ανάγκες, θα πρέπει να διευθετηθεί το χρέος ώστε να συρρικνωθούν τόκοι και χρεολύσια. Έτσι, το κόστος μετακυλύεται στις χώρες της Ευρωζώνης οι οποίες είναι αυτή τη στιγμή και ο μεγαλύτερος χρηματοδότης της Ελλάδας με περισσότερα από 225 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η Γερμανία από την άλλη πλευρά, δεν θέλει να ανοίξει σε αυτή τη φάση –ουσιαστικά βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο- η συζήτηση για την αλλαγή των δημοσιονομικών στόχων της Ελλάδας ενώ ο Β. Σοϊμπλε τάχθηκε ανοικτά κατά του να γίνει τώρα η όποια συζήτηση για το ελληνικό χρέος θεωρώντας ότι πρώτα θα πρέπει να ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Μάλιστα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών υποστήριξε ότι είναι παραπλανητική για τον ελληνικό λαό η συζήτηση για το χρέος καθώς το βάρος θα πρέπει να πέσει στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού Δημοσίου, τις αποκρατικοποιήσεις κλπ.

Είναι προφανές ότι η κατάσταση πλέον έχει μπλεχτεί αρκετά: η Γερμανία, για εσωτερικούς λόγους, θέλει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα αλλά δεν θέλει ούτε χαλάρωση των ελληνικών στόχων ούτε ουσιαστική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Το ΔΝΤ από την πλευρά του, δηλώνει ανοικτά ότι δεν θα μπει στο ελληνικό πρόγραμμα αν δεν εξασφαλίσει αυτά που ζητάει επικαλούμενο και το καταστατικό του (σ.σ το ΔΝΤ δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτεί χώρες το χρέος των οποίων χαρακτηρίζεται ως μή βιώσιμο). Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είχε στην Ουάσινγκτον τη δυνατότητα να συναντηθεί με τον Β. Σοϊμπλε και συζήτησαν το θέμα του χρέους. Στη συνέντευξή του στο Bloomberg, ο κ. Τσακαλώτος μίλησε για «έξυπνο και επιδέξιο πολιτικό ο οποίος βρίσκεται στην πολιτική πολλά χρόνια» και ουσιαστικά τόνισε ότι περιμένει και από την Γερμανία να κατανοήσει ότι πρέπει να βρεθεί λύση στο αδιέξοδο.
Με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, υπάρχουν πλέον τρία ενδεχόμενα τα οποία μάλιστα η ελληνική κυβέρνηση τα έχει κατατάξει από το καλύτερο προς το χειρότερο:

1. Το πρώτο σενάριο είναι να βρεθεί λύση, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί να συμφωνήσουν με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μέχρι το τέλος του χρόνου –προφανώς με αμοιβαίες υποχωρήσεις καθώς η απόσταση εμφανίζεται χαώδης αυτή τη στιγμή- και το ΔΝΤ να μπει στο ελληνικό πρόγραμμα χρηματοδοτώντας τις δανειακές ανάγκες της Ελλάδας με ένα ποσό της τάξεως των 10-16 δις. ευρώ. Ερωτηθείς για τη διάρκεια που θα μπορούσε να έχει το «μνημόνιο» με το ΔΝΤ (σ.σ με το Ταμείο η Ελλάδα αν εξελιχθούν ομαλά οι διαπραγματεύσεις θα υπογράψει ξεχωριστό μνημόνιο όπως συνέβη και τις προηγούμενες φορές) ο Πάουλ Τόμσεν δεν απάντησε αναγνωρίζοντας ότι είναι ένα ζήτημα το γεγονός ότι μέχρι να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις με τους Ευρωπαίους, πρακτικά θα έχουν απομείνει μόλις 18 μήνες μέχρι να περάσει η περίοδος του 3ου μνημονίου. Θέση της ελληνικής κυβέρνησης –τουλάχιστον προς τα έξω- είναι ότι η παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα, αποτελεί αυτή τη στιγμή την καλύτερη λύση παρά τα νέα σκληρά μέτρα που ζητά το Ταμείο: κατάργηση προσωπικής διαφοράς στους συνταξιούχους που ισοδυναμεί με νέα μείωση αποδοχών για τους υφιστάμενους συνταξιούχους, μείωση αφορολογήτου ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση, σκληρές παρεμβάσεις στο εργασιακό κλπ. Το αν θα υπάρξει λύση ή όχι, θα φανεί τις τελευταίες εβδομάδες του χρόνου. Ήδη ο Πάουλ Τόμσεν ανακοίνωσε ότι η αναθεωρημένη έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, θα κατατεθεί στο Συμβούλιο του ΔΝΤ τον Δεκέμβριο. Έτσι, τότε θα φανεί ποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις θα ζητήσει το ΔΝΤ ώστε να «βγαίνουν τα νούμερα». Πιθανό είναι το ενδεχόμενο σε αυτή τη φάση να εξειδικευτούν μέσα στη χρονιά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα –σε αυτή την κατεύθυνση έχει ήδη εργαστεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης-

2. Το δεύτερο σενάριο είναι να μην γεφυρωθούν οι διαφορές ανάμεσα στο ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς κάτι που θα σηματοδοτήσει την αποχώρηση του Ταμείου από την Ελλάδα (σ.σ για την ακρίβεια το ΔΝΤ δεν θα χρηματοδοτήσει μέρος του 3ου ελληνικού προγράμματος ενώ είναι αδιευκρίνιστο αν θα συμμετέχει στις επόμενες αξιολογήσεις δεδομένου ότι εξακολουθεί να είναι δανειστής της Ελλάδας από τα προηγούμενα προγράμματα). Αυτό το σενάριο, μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα ότι θα μετατεθεί για το απώτερο μέλλον –και σε κάθε περίπτωση για μετά το 2017- η όποια συζήτηση για το ελληνικό χρέος καθώς ουσιαστικά θα έχει επικρατήσει η Γερμανική θέση. Από την άλλη, παραμένει ανοικτό να φανεί το τι θα σημαίνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και για το εσωτερικό της Γερμανίας καθώς το γερμανικό κοινοβούλιο ενέκρινε το 3ο ελληνικό πρόγραμμα ύστερα από τη δέσμευση Μέρκελ-Σοϊμπλε ότι το ΔΝΤ θα δώσει το παρόν. Δεν αποκλείεται να τεθεί θέμα «βελούδινου διαζυγίου»: ναι μεν το ΔΝΤ να μην κληθεί να χρηματοδοτήσει το ελληνικό πρόγραμμα αλλά να παραμείνει σε αυτό ως «τεχνικός σύμβουλος με αυξημένες αρμοδιότητες» κάτι που σημαίνει ότι θα παραμείνει ουσιαστικά μέλος του κουαρτέτου.

3. Το 3ο σενάριο, που είναι και το χειρότερο για την ελληνική πλευρά σύμφωνα με τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών, είναι το θέμα να παραμείνει σε εκκρεμότητα επί μακρόν. Κάτι τέτοιο θα αύξανε την αβεβαιότητα στις τάξεις των επενδυτών οι οποίοι θα ανέβαλαν τις όποιες αποφάσεις για επενδύσεις στην Ελλάδα. Αυτό η κυβέρνηση δεν το θέλει δεδομένου ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη – στην οποία πρακτικά έχει στηριχθεί ο προϋπολογισμός της επόμενης χρονιάς- έχει βασιστεί στην εκτίμηση ότι θα υπάρξει επενδυτική ανάκαμψη στη χώρα.