Βίκτωρας Τσιαφούτης

Το θολό τοπίο της αγοράς δανείων από funds, η πρόταση οδηγίας της ΕΕ και η προστασία του καταναλωτή

Του Βίκτωρα Τσιαφούτη*

Το θολό τοπίο της αγοράς δανείων από funds, η πρόταση οδηγίας της ΕΕ και η προστασία του καταναλωτή

Η έννοια “επενδυτές - αρπακτικά” δεν είναι μια έννοια με στοιχεία αργκό· η αντίστοιχή της αγγλική “vulture (=όρνεα) funds” χρησιμοποιείται κατά κόρον σε κείμενα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής βιβλιογραφίας και δημοσιογραφίας, προκειμένου να περιγράψει τα επενδυτικά σχήματα, που με επιθετικές επιχειρηματικές κινήσεις αγοράζουν πιστώσεις σε χαμηλή τιμή, προσδοκώντας να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή αποπληρωμή από τον οφειλέτη.

Συνήθως, οι τιμές αγοράς κυμαίνονται μεταξύ 5 – 10% για τις καταναλωτικές πιστώσεις και 35 – 50% για τις στεγαστικές, ενώ μεγάλες είναι οι εκπτώσεις και στις επιχειρηματικές. Ο λόγος, λοιπόν, που τα επενδυτικά αυτά σχήματα αποκαλούνται αρπακτικά, είναι ότι αγοράζουν πολύ φθηνά, προσδοκώντας σε πολλαπλάσια κέρδη;

Αυτή είναι βέβαια ή μία όψη του νομίσματος. Διότι τα πολλαπλάσια κέρδη δεν έρχονται μόνα τους, αλλά επειδή χρησιμοποιούνται μηχανισμοί κατάλληλοι για την είσπραξη των απαιτήσεων. Συχνά (σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αυτό είναι υποχρεωτικό), οι αγοραστές πιστώσεων αναθέτουν τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους σε τρίτες εταιρίες, που έχουν ως εταιρικό σκοπό τη διαχείριση πιστώσεων (credit servicers). Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται συνδέονται πολύ συχνά με αθέμιτες μεθόδους είσπραξης των απαιτήσεων, όπως διαρκείς ενοχλήσεις, επικοινωνίες στην εργασία ή σε συγγενείς, απουσία έγγραφης ενημέρωσης, παραπλανητική ή και απειλητικού χαρακτήρα ενημέρωση σχετικά την εξέλιξη της δανειακής σύμβασης κα. Σε σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καταναλωτών (BEUC), καταγράφονται πολύ σοβαρά προβλήματα από τη δράση των funds σε χώρες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Λιθουανία, η Λετονία.

Τα παραπάνω δε στάθηκαν αρκετά για να αποτρέψουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την κατάθεση Πρότασης Οδηγίας σχετικά με την πώληση δανείων σε επίπεδο ενιαίας αγοράς. Σκοπός της Οδηγίας είναι η ενθάρρυνση της αγοράς πιστώσεων διασυνοριακά, μέσω της παροχής ενός είδους διαβατηρίου, με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Αν περάσει η Οδηγία αυτή, ένα επενδυτικό σχήμα από το Λουξεμβούργο θα μπορεί να αγοράζει από ελληνικές τράπεζες πιστώσεις, τις οποίες θα διαχειρίζεται ένας διαχειριστής πιστώσεων από την Ιρλανδία, ο οποίος δε θα έχει έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα και δε θα υπάγεται στην εποπτική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά της αντίστοιχης Αρχής του Λουξεμβούργου, η οποία θα συνεργάζεται την ελληνική. Ακούγεται περίπλοκο; Δυστυχώς, μια τέτοια κατάσταση δε θα είναι μόνο όσο πολύπλοκη ακούγεται, αλλά και επικίνδυνη για τα συμφέροντα των Ελλήνων καταναλωτών.

Στην Ελλάδα, η δευτερογενής αγορά δανείων άνοιξε και ρυθμίστηκε ταυτόχρονα με το Ν.4354/2015, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα σε funds, ξένα ή εγχώρια, να αγοράζουν χαρτοφυλάκια ελληνικών τραπεζών, εφόσον τη διαχείρισή τους αναλαμβάνει διαχειριστής πιστώσεων με εγκατάσταση στην Ελλάδα και εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι ο νόμος τροποποιήθηκε ώστε να επιτρέπεται η πώληση όχι μόνο κόκκινων δανείων αλλά και ενήμερων.

Παρά το γεγονός ότι οι διαχειριστές απαιτήσεων εποπτεύονται από την ελληνική Ρυθμιστική Αρχή, τα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας της αγοράς καταγράφονται πολλά και σοβαρά προβλήματα. Ειδικότερα, οι περισσότερες καταγγελίες καταναλωτών στην ΕΚΠΟΙΖΩ αφορούν, κυρίως, τα εξής:

  1. Την έλλειψη ενημέρωσης του οφειλέτη για τη μεταβίβαση του δανείου του, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάζεται και να ενημερώνεται για πρώτη φορά προφορικά είτε προσερχόμενος στην τράπεζα είτε μετά από τηλεφωνική κλήση της εταιρείας που έχει αναλάβει τη διαχείριση του δανείου του.
  2. Σε ορισμένες περιπτώσεις πιστώσεων που έχουν ρυθμιστεί με έγγραφη συμφωνία με την τράπεζα, με διαγραφή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων, αποστέλλονται επιστολές στους οφειλέτες από τους νέους αγοραστές ή τους διαχειριστές, στις οποίες δε γίνεται καμία αναφορά στη συμφωνία, αλλά, αντίθετα, αναγράφεται η οφειλή ως εάν να μην είχε αναπροσαρμοστεί.
  3. Οι ενημερωτικές επιστολές για την πώληση-μεταβίβαση που λαμβάνουν οι οφειλέτες είναι συχνά δυσνόητες, σύνθετες και πολύπλοκες.
  4. Οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών των διαχειριστών είναι ανεπαρκείς και δεν παρέχουν ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα των οφειλετών.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι, αν η εποπτεία των συγκεκριμένων εταιριών από την Τράπεζα της Ελλάδας έχει τα παραπάνω αποτελέσματα, τρία έτη μετά το άνοιγμα της αγοράς, η εποπτεία από αλλοδαπές Ρυθμιστικές Αρχές, με την ευχή να συνεννοούνται με την ελληνική, είναι ένα εφιαλτικό σενάριο. Γίνεται δε ακόμα πιο εφιαλτικό, αν συνυπολογίσουμε ότι οι διαχειριστές δε θα έχουν καν γραφεία στην Ελλάδα.

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η Πρόταση Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν πρέπει να περάσει, όπως διαμορφώνεται μέχρι στιγμής. Είναι μάλιστα μια πολύ καλή ευκαιρία να δείξουν οι Έλληνες ευρωβουλευτές, εφόσον τελικά τεθεί ως έχει προς ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τα δικαιώματα των καταναλωτών.

Την ίδια στιγμή, όμως, η Πρόταση αυτή συνιστά και μια καλή ευκαιρία να επαναρρυθμιστεί η αγορά των δανείων, σε ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση εθνικό επίπεδο. Προβλέψεις όπως η απαγόρευση πώλησης των ενήμερων δανείων, η πρόταση επαναγοράς του δανείου από τον οφειλέτη, ως υποχρεωτικό στάδιο πριν την πώληση, η θέσπιση ειδικών κανόνων συμπεριφοράς των διαχειριστών πιστώσεων είναι επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθούν στο νομοθετικό κείμενο. Οποιαδήποτε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων δεν μπορεί παρά να έχει την προστασία του οφειλέτη και όχι την κερδοσκοπία στο επίκεντρο.

*Ο Βίκτωρας Τσιαφούτης είναι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ (Ένωση Καταναλωτών Ποιότητα Ζωής)

Άλλα άρθρα του Βίκτωρα Τσιαφούτη στο fpress.gr

H δίκαιη λύση για όσους έλαβαν δάνειο σε ελβετικό φράγκο

Ο νόμος Κατσέλη, η προστασία της κύριας κατοικίας και ο μύθος των κακοπληρωτών

Η προστασία του καταναλωτή και οι νέες προκλήσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας