Βίκτωρας Τσιαφούτης

H δίκαιη λύση για όσους έλαβαν δάνειο σε ελβετικό φράγκο

Του Βίκτωρα Τσιαφούτη*

H δίκαιη λύση για όσους έλαβαν δάνειο σε ελβετικό φράγκο

 

Ενώ αναμένεται με έντονο ενδιαφέρον η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σε ατομική υπόθεση δανειολήπτη, αυτή είναι μάλλον η καταλληλότερη περίοδος για να θυμηθούμε τα βασικά ζητήματα που προέκυψαν, από τη στιγμή που οι υποθέσεις δανείων σε ελβετικό φράγκο έφτασαν στα ελληνικά δικαστήρια.

Πράγματι, ελάχιστα νομικά ζητήματα έχουν απασχολήσει σε τέτοια έκταση τα δικαστήρια, όσο η αντιμετώπιση των δανειακών συμβάσεων σε ελβετικό φράγκο. Εξάλλου, η σοβαρότητα του προβλήματος αναδεικνύεται και μόνο αν αναλογιστεί κανείς ότι χορηγήθηκαν τέτοιου είδους δάνεια σε 70.000 χιλιάδες οφειλέτες, πολλοί από τους οποίους είδαν, εκτός από την ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο, τα εισοδήματά τους να καταβαραθρώνονται.

Η τάση της νομολογίας φαίνεται μοιρασμένη. Σε νομικό επίπεδο, έχουν μεταξύ άλλων προταθεί η ακυρότητα των εν λόγω συμβάσεων, το παράνομο της χορήγησης σε συνάλλαγμα κ.α., ωστόσο οι βασικότεροι λόγοι για τους οποίους γίνονται δεκτές σχετικές αγωγές δανειοληπτών είναι δύο, με τον πρώτο να καθορίζει τη συντριπτική πλειοψηφία των θετικών αποφάσεων: πρώτον, οι όροι που προβλέπουν την πληρωμή των δόσεων και του κεφαλαίου σε ξένο νόμισμα είναι άκυροι ως καταχρηστικοί (θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω) και δεύτερον, οι συμβάσεις πρέπει να αναδιαμορφωθούν με βάση την αρχή της καλής πίστης.

Ο πρώτος λόγος (νομική βάση θα τον λέγαμε καλύτερα), με απλά λόγια έχει ως εξής. Στις δανειακές συμβάσεις, όπως και σε όλες τις συμβάσεις που συνάπτουν καταναλωτές με προμηθευτές, υπάρχουν γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ). Επειδή κατά κανόνα οι καταναλωτές βρίσκονται στην αδύναμη θέση σε σχέση με τον προμηθευτή, πολύ περισσότερο αν ο τελευταίος είναι τράπεζα, η νομοθεσία προβλέπει ότι οι ΓΟΣ πρέπει να ελέγχονται από τα δικαστήρια, ακόμα και αν έχει συμφωνήσει με την υπογραφή του ο καταναλωτής το περιεχόμενό τους. Επειδή δηλαδή ο καταναλωτής συνήθως δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει πριν την υπογραφή της σύμβασης το περιεχόμενό τους, ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα ενός τέτοιου ελέγχου.

Στις συμβάσεις, λοιπόν, δανείων σε ελβετικό φράγκο, υπάρχει ένας όρος (ΓΟΣ) που προβλέπει ότι η πληρωμή των μηνιαίων δόσεων ή και του κεφαλαίου (σε περίπτωση πχ. πρόωρης εξόφλησης) θα γίνεται είτε σε ευρώ είτε σε ελβετικό φράγκο, με την εκάστοτε ισοτιμία που ισχύει κατά το χρόνο της πληρωμής. Ουσιαστικά, με τον όρο αυτό μετακυλίεται εξολοκλήρου ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον καταναλωτή. Αυτό γίνεται επειδή αν ο τελευταίος δεν έχει αποταμιεύσεις σε ελβετικά φράγκα, θα πρέπει κάθε μήνα να αγοράζει από την τράπεζα ελβετικά φράγκα, πουλώντας ευρώ (στοιχείο που αποκρύπτεται στις συμβάσεις και παρέχει τη δυνατότητα στις τράπεζες να κερδοσκοπούν, μεταξύ άλλων και από την τιμή πώλησης και αγοράς νομισμάτων). Αν αλλάξει η ισοτιμία υπέρ του ελβετικού φράγκου, τότε ο καταναλωτής θα πρέπει να πωλήσει περισσότερα ευρώ για να αγοράσει όσα ελβετικά φράγκα χρειάζεται για την αποπληρωμή της δόσης.

Είναι, λοιπόν, αυτός ο όρος δίκαιος; Δε θα αναφερθούμε για ευνόητους λόγους σε πολύπλοκα νομικά ζητήματα, όμως το βασικότερο πρόβλημα του όρου αυτού δεν είναι τι λέει αλλά τι δε λέει. Διότι, όπως έχει κριθεί ήδη από δεκάδες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων αλλά και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να είναι δίκαιος ένας τέτοιος όρος, θα πρέπει ο δανειολήπτης να καταλαβαίνει με σαφήνεια τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει. Θα πρέπει να κατανοεί ότι το δάνειο που έλαβε δεν είναι όπως όλα τα άλλα, γιατί η αποπληρωμή του εξαρτάται από ένα στοιχείο εκτός του ελέγχου του: το συναλλαγματικό κίνδυνο.

Θα αναρωτηθεί κάποιος, “μα δεν είναι γνωστό σε όλους τι είναι η συναλλαγματική ισοτιμία”. Καταρχάς, αφήνουμε έξω από τη συζήτηση τις τεράστιες ευθύνες των τραπεζών, που προκειμένου να αυξήσουν το πελατολόγιο τους ή να κερδοσκοπήσουν, καθησύχαζαν τους υποψήφιους πελάτες τους σχετικά με το πόσο σταθερή ήταν και επρόκειτο να είναι η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Εδώ βέβαια προκύπτει άλλο ερώτημα: όφειλαν να προβλέψουν ότι θα επέλθει μια τέτοια σφοδρή διατάραξη της ισοτιμίας; Η απάντηση ενδεχομένως να είναι όχι, αν και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για το αντίθετο. Όφειλαν όμως να ενημερώσουν ότι δεν αποκλείεται να επέλθει και μια τέτοια διατάραξη και να δώσουν μάλιστα και σχετικά παραδείγματα, ώστε να μπορεί να αντιληφθεί ο δανειολήπτης τι επιπτώσεις θα είχε μια τέτοια μεταβολή τόσο στις δόσεις όσο και στο κεφάλαιο.

Επανερχόμαστε στο αρχικό ερώτημα, αν δηλαδή είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσει κανείς τι είναι συναλλαγματική ισοτιμία. Η απάντηση είναι απλή. Το πρόβλημα δεν είναι αν οι δανειολήπτες που σύναπταν τέτοιες συμβάσεις ήξεραν τι είναι η ισοτιμία, αλλά πως αυτή λειτουργεί και πως θα την προσέγγιζαν, ώστε να είναι σε θέση να λαμβάνουν κάθε στιγμή τις σωστές αποφάσεις σχετικά με το δάνειο τους. Διότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας εξαρτάται από πολλούς και δύσκολα προσεγγίσιμους από τον καταναλωτή παράγοντες (π.χ. τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές-οικονομικές συνθήκες, τον πληθωρισμό, τα κρατικά ισοζύγια πληρωμών, τα κρατικά ελλείμματα, το είδος των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών σε κάθε κράτος, τις παρεμβάσεις των Κεντρικών Τραπεζών, τα επιτόκια των καταθέσεων, το κρατικό χρέος, το μέσο εισόδημα, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, τις προσδοκίες του κοινού κ.α.). Στα περισσότερα από τα μεγέθη αυτά, όμως, ο μέσος καταναλωτής έχει δύσκολη ή καθόλου πρόσβαση. Ενημερώθηκε άραγε κανείς δανειολήπτης σχετικά με όλα τα παραπάνω, ώστε σε κάθε στιγμή να είναι δυνατό να ληφθούν ορθολογικές αποφάσεις (όπως πχ. η μετατροπή του δανείου σε ευρώ προκειμένου να προλάβει την επερχόμενη ζημία);

Στο σημείο αυτό, η συζήτηση συχνά παρεκτρέπεται και προκύπτει ένα νέο ερώτημα: συνιστούν τα δάνεια αυτά επενδυτικά προϊόντα; Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απάντησε αρνητικά και μάλλον θα συμφωνήσουμε. Όμως δεν έχει καμία σημασία αν είναι επενδυτικά προϊόντα ή όχι. Το πρόβλημα αυτών των δανείων είναι ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν “κανονικά” στεγαστικά δάνεια. Η εξέλιξή τους εξαρτάται από στοιχεία απρόσιτα στο μέσο καταναλωτή, και το στοιχείο αυτό αρκεί για να χτυπήσει το καμπανάκι της αυξημένης ενημέρωσης και προστασίας του. Στις επενδύσεις, ο επενδυτής επενδύει το κεφάλαιό του. Στα δάνεια σε συνάλλαγμα, ο δανειολήπτης επενδύει το χρέος του. Το θέμα είναι κατά πόσο θέλησε πράγματι να “τζογάρει” πάνω σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, όπως η απόκτηση στέγης.

Δε θα ήμασταν όμως αντικειμενικοί, αν δεν αναφερόμασταν σε ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της νομικής βάσης που εξετάζουμε. Υπάρχει στον Αστικό μας Κώδικα μία διάταξη (άρθρο 291), που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχει περιεχόμενό που συμπίπτει ή έστω μοιάζει πολύ με το περιεχόμενο των όρων αυτών. Το θέμα αυτό ταλαιπώρησε πολύ και την επιστήμη και τα δικαστήρια και αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους λόγους απόρριψης των αγωγών, καθώς και το επίμαχο ζήτημα που εξετάζει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Διότι πώς μπορεί να είναι άδικος ένας όρος που επαναλαμβάνει το περιεχόμενο ενός κανόνα δικαίου;

Κι όμως μπορεί. Καταρχάς, δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι το επαναλαμβάνει, αλλά δε θα ασχοληθούμε με αυτό το ζήτημα. Θα περιοριστούμε να επικαλεστούμε την πολύ σημαντική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Andriciuc vs Banca Romaneasca (C-186/16), στην οποία ασχολήθηκε με όρο σε σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο που φαίνεται να επαναλαμβάνει διάταξη του ρουμανικού Αστικού Κώδικα. Και το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμα και σε έναν τέτοιον όρο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει α) κατά πόσον πράγματι ταιριάζει η διάταξη του Αστικού Κώδικα στην επίδικη περίπτωση και β) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις διαφάνειας και ενημέρωσης, ώστε ο καταναλωτής “να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις”. Θα αρκεστούμε δε να παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις συμβάσεις καταναλωτών με τράπεζες για χορήγηση δανείων σε ελβετικό φράγκο. Και φυσικά ότι οι λόγοι αυτοί έχουν τεθεί υπόψη της Ολομέλειας.

Αντί επιλόγου, αξίζει να αναφερθούμε και στο δεύτερο σημαντικό λόγο (νομική βάση) για τη δικαίωση των δανειοληπτών στα δικαστήρια. Δυστυχώς, δεν έχει τύχει της προσοχής που του αξίζει, παρά το γεγονός ότι έχει αποτελέσει τη βάση της 17.9.2015 Πρότασης Συνηγόρου του Καταναλωτή για τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών. Με βάση λοιπόν το σκεπτικό της νομικής αυτής βάσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η ανισορροπία της σύμβασης εις βάρος του καταναλωτή, που οφείλεται στην έλλειψη ενημέρωσης και προστασίας από τις τράπεζες, το δικαστήριο μπορεί να προσαρμόσει την οφειλή ώστε να ανταποκρίνεται στην αρχή της καλής πίστης. Πράγματι, αν ο καταναλωτής είχε ενημερωθεί με επιμέλεια και έμφαση (και όχι με γενικότητες) σχετικά με τους κινδύνους που επρόκειτο να αναλάβει, θα επέλεγε να “τζογάρει” με τη συναλλαγματική ισοτιμία ή να λάβει δάνειο σε ευρώ; Αν αναλογιστούμε τις γνώσεις και την πρόσβαση των καταναλωτών στην αγορά συναλλάγματος, καθώς και το γεγονός ότι ανέλαβαν τα δάνεια αυτά για να αγοράσουν την οικογενειακή τους κατοικία, η απάντηση είναι προφανής. Θα επέλεγαν δάνειο σε ευρώ και για το λόγο αυτό οι συμβάσεις αυτές πρέπει να επανα-υπολογιστούν, ως εάν να είχαν αναληφθεί σε ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο. Μόνο έτσι θα υπήρχε πραγματική αποκατάσταση της συμβατικής ισορροπίας.

*Ο Βίκτωρας Τσιαφούτης είναι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ (Ένωση Καταναλωτών Ποιότητα Ζωής)

Άλλα άρθρα του Βίκτωρα Τσιαφούτη στο fpress.gr

Ο νόμος Κατσέλη, η προστασία της κύριας κατοικίας και ο μύθος των κακοπληρωτών

Η προστασία του καταναλωτή και οι νέες προκλήσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας