Βίκτωρας Τσιαφούτης

Ο νόμος Κατσέλη, η προστασία της κύριας κατοικίας και ο μύθος των στρατηγικών κακοπληρωτών

Του Βίκτωρα Τσιαφούτη*

Ο νόμος Κατσέλη, η προστασία της κύριας κατοικίας και ο μύθος των στρατηγικών κακοπληρωτών

Τις τελευταίες μέρες, κυρίως στα μεγάλα Ειρηνοδικεία της χώρας, συμβαίνει κάτι που θυμίζει εικόνες από το Δεκέμβριο του 2015. Από τα ξημερώματα σχηματίζονται ουρές από δικηγόρους, προκειμένου να προλάβουν να καταθέσουν αιτήσεις οφειλετών για την υπαγωγή τους στο Ν.3869/2010 (νόμο Κατσέλη). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό φέτος είναι ακόμα χειρότερος από το 2015. Τότε άλλαζε το καθεστώς προστασίας της κύριας κατοικίας προς το χειρότερο από την 1.1.2016, ενώ από την 1.1.2019 είναι αβέβαιο αν θα υφίσταται προστασία και με τι όρους.

Η αγωνία των οφειλετών και η ταλαιπωρία των δικηγόρων δε φαίνεται να συγκινούν την κυβέρνηση, καθώς μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει παραταθεί, έστω προσωρινά όπως λέγεται, η ισχύς του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Του άρθρου που αποτέλεσε τη βασικότερη καινοτομία του νόμου Κατσέλη σε σχέση με την πλειοψηφία των αντίστοιχων ευρωπαϊκών νομοθεσιών για την ιδιωτική πτώχευση.

Στην πραγματικότητα, η επικείμενη κατάργηση του άρθρου 9 παρ. 2, έστω και αν δοθεί κάποια παράταση λίγων μηνών, θα σημαίνει ότι ο οφειλέτης που θα καταθέτει αίτηση για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη, θα βλέπει την κύρια κατοικία του να ρευστοποιείται.

Αντίθετα, όσοι τυχεροί οφειλέτες πρόλαβαν, για οποιονδήποτε λόγο, να καταθέσουν την αίτηση τους πριν το τέλος του 2015, εφόσον αυτή γίνει δεκτή από το δικαστήριο, είχαν ή θα έχουν τη δυνατότητα η κύρια κατοικία τους να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση της περιουσίας τους, αρκεί να καταβάλουν συνολικό ποσό μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας, σε διάστημα που μπορεί να φτάνει και τα 35 έτη υπό προϋποθέσεις[1].

Λιγότερο τυχεροί ήταν οι οφειλέτες που κατέθεσαν την αίτησή τους μετά την 1.1.2016, δεδομένου ότι η παρεχόμενη προστασία – η οποία ισχύει μέχρι σήμερα - περιορίστηκε σημαντικά με το Ν.4346/2015 και απέκτησε προσωρινό χαρακτήρα, μέχρι την 31.12.2018. Έτσι, δικαίωμα να ζητήσουν τη διάσωση της κατοικίας τους είχαν πλέον μόνο όσοι δανειολήπτες είχαν καθαρό εισόδημα που δεν υπερβαίνει το μέσο κόστος διαβίωσης σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, προσαυξημένο κατά εβδομήντα τοις εκατό και η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 180.000 ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά 20.000 ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα. Το τίμημα της διάσωσης ήταν πλέον το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές από έναν ενδεχόμενο πλειστηριασμό. Πάντως, η εμπειρία έδειξε ότι ένα σημαντικό ποσοστό οφειλετών έμεινε εκτός του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, επειδή το οικογενειακό εισόδημά τους υπερέβαινε το παραπάνω όριο[2].

Παράλληλα, εισήχθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση προστασίας της κύριας κατοικίας, ακόμα και για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, η αμφιλεγόμενη έννοια του «συνεργάσιμου δανειολήπτη». Εξ ορισμού δηλαδή οι τράπεζες αντιμετωπίζονται ως «συνεργάσιμες» και δεν αναζητείται καμιά δική τους ευθύνη για την αλόγιστη και ανεύθυνη δανειοδότηση την περίοδο πριν ξεσπάσει η κρίση. Από την άλλη, ενυπάρχει ο κίνδυνος ο οφειλέτης να χάσει το σπίτι του, επειδή και μόνο παρέλειψε να απαντήσει εντός 15 ημερών σε επιστολή, στο πλαίσιο μίας διαδικασίας που ούτε οι τράπεζες εφαρμόζουν σωστά.

Πλέον, οι πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με το αν τελικά θα ανανεωθεί και υπό ποιες – ακόμα αυστηρότερες – προϋποθέσεις η προστασία, επιβεβαιώνουν δυστυχώς ότι η κυβέρνηση δεν έχει αντιληφθεί κάτι πολύ βασικό. Η προστασία της κύριας κατοικίας δε συνιστά μία χάρη αλλά υποχρέωση της Πολιτείας στους οφειλέτες. Η υποχρέωση δε αυτή απορρέει πρώτα απ’ όλα από το Σύνταγμα. Καταρχάς, εκφάνσεις της βρίσκει κανείς στο άρθρο 17 παρ. 1, το οποίο αναφέρεται στο προστατευόμενο δικαίωμα της ιδιοκτησίας έναντι απαλλοτριώσεων, επιτάξεων κ.τ.λ. και στο άρθρο 21 παρ. 1, σχετικά με τις πολιτικές του Κράτους για τη διευκόλυνση ειδικών κατηγοριών πολιτών να αποκτήσουν κατοικία ή την καταπολέμηση της αστεγίας.

Η βασική θεμελίωση, όμως, του δικαιώματος στην προστασία της κύριας κατοικίας βρίσκεται στο άρθρο 2 παρ. 1 και στη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του ατόμου, επομένως και το δικαίωμα στη στέγη. Αυτό έχουν κρίνει δεκάδες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Πράγματι, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η επιμονή σε μία εισπρακτική μέθοδο που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της οικογενειακής στέγης, όταν με παρόμοιο, αν όχι καλύτερο, εισπρακτικό αποτέλεσμα (καταβολή της αξίας του ακινήτου από τον οφειλέτη προς τους πιστωτές του) μπορεί να αποφευχθεί μία τέτοια εξέλιξη. Η αποβολή από την κατοικία, με τις συνέπειες που συνεπάγεται για τον οφειλέτη από οικονομικής, κοινωνικής και ψυχολογικής πλευράς, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον με έντονο το αίσθημα της ιδιοκτησίας της οικογενειακής στέγης, δεν είναι δυνατό να είναι συνταγματικά ανεκτή, όταν ο τελευταίος έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του. Και δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, η διάσωση της κατοικίας δεν είναι ανέξοδη για τον οφειλέτη.

Αναγνωρίζοντας, προφανώς, αυτήν την υποχρέωση της Πολιτείας, ο νομοθέτης ήδη από το 2007 είχε λάβει μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή. Έτσι, με το Ν.3587/2007 θεσπίστηκε το ακατάσχετο της μοναδικής κατοικίας για χρέη από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες κάτω από 20.000 ευρώ. Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, το Σεπτέμβριο του 2008, απαγορεύτηκαν οι πλειστηριασμοί για οφειλές κάτω από 200.000 ευρώ σε τράπεζες. Η προστασία αυτή ανανεωνόταν διαρκώς μέχρι το τέλος του 2013. Το 2010 άρχισε να ισχύει ο νόμος Κατσέλη, με τον οποίον απέκτησε θεσμική διάσταση η προστασία της κύριας κατοικίας, ενώ από το 2010 μέχρι το τέλος του 2014 απαγορεύονταν οριζόντια οι πλειστηριασμοί κύριας κατοικίας, λόγω των εξαιρετικών οικονομικών συνθηκών που βίωνε – και βιώνει – η ελληνική κοινωνία.

Ωστόσο, από το 2015 μέχρι σήμερα, μοναδικές διέξοδοι για τον οφειλέτη ήταν αφενός ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΤτΕ και αφετέρου ο νόμος 3869/2010. Μάλιστα, ο πρώτος κρίνεται σε γενικές γραμμές αποτυχημένος, για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, επειδή προβλέπει μια ιδιαίτερα γραφειοκρατική διαδικασία, στην οποία είναι συχνά δύσκολο να ανταποκριθεί ο οφειλέτης. Δεύτερο και σημαντικότερο, στη διαδικασία αυτή τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο τον έχει η κάθε τράπεζα μεμονωμένα (και όχι συντονισμένα), καθώς αυτή είναι που θα επιλέξει την προτεινόμενη στον οφειλέτη ρύθμιση, για τον οποίον έχει χαρακτήρα «take it or leave it». Όταν μάλιστα ο δανειολήπτης βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν επικείμενο πλειστηριασμό, συχνό πλέον φαινόμενο, ακόμα και για κύριες κατοικίες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπό την πίεση αυτή κινδυνεύει να συμφωνήσει σε μία ρύθμιση που είναι καταδικασμένη να μην τηρηθεί. Είναι εμφανές ότι μετά την κατάργηση ή το σοβαρό ψαλίδισμα της προστασίας που παρέχει ο νόμος Κατσέλη, οι οφειλέτες θα είναι έρμαια των τραπεζών, οι οποίες στην ουσία δεν εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι αντί να συζητείται πώς θα διασφαλιστεί ο θεσμός της προστασίας, συζητείται η απαξίωσή του ή ο εξοστρακισμός του από το νομικό πολιτισμό, ως ένας θεσμός που δήθεν συνδέεται με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Αυτό, όμως, που συχνά αποκρύπτεται στο δημόσιο διάλογο είναι ότι στη διαδικασία του Ν.3869/2010 είναι αδύνατο να παρεισφρήσει ένας στρατηγικός κακοπληρωτής, ένας οφειλέτης δηλαδή που αν και έχει τη δυνατότητα, εντούτοις επιλέγει να μην τηρήσει τις υποχρεώσεις του. Αυτό συμβαίνει επειδή μόνο ο οφειλέτης που χωρίς δόλο έχει βρεθεί σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών δικαιούται τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του. Τις προϋποθέσεις αυτές τις ελέγχει το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου όλοι οι πιστωτές έχουν λόγο και ενώ το τραπεζικό απόρρητο του οφειλέτη έχει αρθεί. Παράλληλα, το τίμημα που καταβάλλει ο οφειλέτης συνδέεται με την ικανότητα του αποπληρωμής και εξασφαλίζει ότι η θέση των πιστωτών του δε θα χειροτερεύσει.

Διερωτάται, λοιπόν, κανείς τι χρειάζεται περισσότερο για να πειστεί και ο τελευταίος ότι η προστασία που παρέχεται μέσω του νόμου Κατσέλη σταθμίζει με τον πιο δίκαιο τρόπο τα συμφέροντα όλων των πλευρών. Αν όμως φύγει από τη συζήτηση όλη αυτή η φιλολογία σχετικά με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, τότε θα φανεί και η έλλειψη επιχειρημάτων. Και τότε δε θα υπάρχει καμία δικαιολογία για όσους, αντί να υπερασπίζονται με θέρμη το θεσμό της προστασίας της κύριας κατοικίας, τον απαξιώνουν. Ούτε και για την Πολιτεία, αν παύσει να εκπληρώνει τη συνταγματική υποχρέωση της, γυρνώντας το νομικό πολιτισμό της χώρας οκτώ χρόνια πίσω.

[1] Όπως είχε διαμορφωθεί η διάταξη με το Ν.4161/2013.

[2] Ενδεικτικά, πάνω από 1.558,67 ευρώ για νοικοκυριά που αποτελούνται από ένα άτομο κάτω από 65 ετών, 2.177,19 ευρώ για ζευγάρι δίχως τέκνα. Βλ. Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2017: http://www.statistics.gr/documents/20181/3638ff2b-153f-4ba4-9a11-38dc80e62b36

*Ο Βίκτωρας Τσιαφούτης είναι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ (Ένωση Καταναλωτών Ποιότητα Ζωής)

Άλλα άρθρα του Βίκτωρα Τσιαφούτη στο fpress.gr

Η προστασία του καταναλωτή και οι νέες προκλήσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας