Καταιγιστικές αλλαγές στον επιχειρηματικό κλάδο- Χιλιάδες λουκέτα

Καταιγιστικές αλλαγές στον επιχειρηματικό κλάδο- Χιλιάδες λουκέτα
Η ίδια πρόβλεψη, διατυπώνεται πλέον από ολοένα και περισσότερους: μέσα στους επόμενους μήνες, θα οδηγηθούμε σε βίαιη ανακατανομή μεριδίων σε δεκάδες κλάδους του ελληνικού επιχειρείν και νέο κύμα συγκέντρωσης της αγοράς στα χέρια ολοένα και λιγότερων επιχειρήσεων.

Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα βρεθούν ξανά αντιμέτωπες με τον κίνδυνο διακοπής της λειτουργίας τους καθώς δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στα νέα δεδομένα που δημιουργούνται από τους αυξημένους φόρους και τους περιορισμούς στη διακίνηση του χρήματος αλλά και των εισαγωγών. Ο κίνδυνος νέας απώλειας θέσεων εργασίας –και ενώ η ανεργία παραμένει κολλημένη πάνω από το 25%- επιστρέφει.

Όσο διαρκούσε η τραπεζική αργία, τα μεγάλα προβλήματα παρέμεναν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το χαλί. Υπήρχε δικαιολογία για το γεγονός ότι οι επιταγές παρέμεναν ακάλυπτες, για το γεγονός ότι οι δόσεις των δανείων δεν αποπληρώνονταν στην ώρα τους, για το ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις μετατρέπονταν σε ληξιπρόθεσμες, για το ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εξυπηρέτησης των πελατών με κάρτα ακόμη και για τις ελλείψεις προϊόντων στο ράφι.

Η επανέναρξη λειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων, θα φέρει όλα αυτά τα προβλήματα στο φως: μεταχρονολογημένες επιταγές που έπρεπε να καλυφθούν μέσα στην τραπεζική αργία, θα πρέπει τώρα να αποκτήσουν αντίκρισμα, ενώ φορολογικές και τραπεζικές υποχρεώσεις που θα μείνουν απλήρωτες, θα αρχίσουν να φορτώνονται με τόκους υπερημερίας.

Σταδιακά, θα αρχίσουν να αυξάνουν οι πιέσεις τόσο από τις τράπεζες όσο και από τις φορολογικές αρχές. Οι πρώτες, ενόψει της ανακεφαλαιοποίησής τους θα πρέπει να συμμαζέψουν -στα πλαίσια του δυνατού- το πρόβλημα με τα κόκκινα δάνεια (σ.σ.: τα κόκκινα δάνεια είναι ένας από τους βασικούς δείκτες που καθορίζουν το τελικό ύψος της ανακεφαλαιοποίησης) ενώ το υπουργείο Οικονομικών βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με τεράστια ανάγκη για είσπραξη φορολογικών εσόδων καθώς πρέπει να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα 1% του ΑΕΠ εν μέσω βαθιάς ύφεσης.

Το πόσο βαθιά θα προχωρήσει η ανακατανομή μεριδίων στην αγορά, θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια των capital controls. Οι περιορισμοί στη διακίνηση κεφαλαίων, αποτελούν αυτή τη στιγμή το νούμερο ένα πρόβλημα για τις επιχειρήσεις καθώς:

1. Παρατηρούνται σοβαρά προβλήματα στην προμήθεια πρώτων υλών. Δεν είναι τυχαίο το εύρημα έρευνας της Endeavor σύμφωνα με την οποία η μια στις 10 επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να αναστείλουν πλήρως την παραγωγική τους διαδικασία. Με δεδομένο ότι όλες οι εισαγωγές παιρνούν πλέον από την Επιτροπή Εγκρίσεων Τραπεζικών Συναλλαγών –ένα πρώτο φιλτράρισμα γίνεται από τις ίδιες τις τράπεζες- είναι εξαιρετικά δύσκολο για μικρομεσαίες εισαγωγικές επιχειρήσεις να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία τους. «Μπουτίκ εισαγόμενων ενδυμάτων με περιορισμένα αποθέματα δεν έχει πολλές πιθανότητες επιβίωσης» λέει χαρακτηριστικά τραπεζικό στέλεχος με αρμοδιότητα στην υποδοχή των αιτημάτων για εισαγωγές. Για να μπορέσουν να κάνουν παραγγελίες, οι εταιρείες κάνουν διάφορα «κόλπα». Επιχειρηματίας ταξιδεύει πλέον τακτικά στη Βουλγαρία προκειμένου να μπορέσει, μέσω βουλγαρικής τράπεζας, να στείλει τα χρήματα στον προμηθευτή του εξωτερικού. Αυτές όμως, είναι συνταγές οι οποίες δεν μπορούν να υιοθετηθούν από όλους και σίγουρα δεν μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον

2. Η αβεβαιότητα στην αγορά, η απροθυμία των συναλλασσόμενων να… θυσιάσουν τα μετρητά τους (σ.σ.: το απόθεμα χαρτονομισμάτων σε κυκλοφορία εκτοξεύτηκε σε νέα επίπεδα ρεκόρ άνω των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ) και οι μειωμένες εισαγωγές έχουν φέρει κατακόρυφη μείωση πωλήσεων. Επτά στις 10 εταιρείες έχουν δει τον τζίρο να μειώνεται μετά την επιβολή των capital controls ενώ η μία στις πέντε επιχειρήσεις μιλάει για πτώση εσόδων άνω του 50%. Είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα εστιάζεται στις αμιγώς εισαγωγές και ειδικά μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αρκεί ένα και μόνο μέγεθος για να αποκαλύψει το μέγεθος του προβλήματος. Οι ετήσιες εισαγωγές ανέρχονται –σε αξία- στα 48 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή, κάθε μήνα, οι εισαγωγές, διαμορφώνονται σε τουλάχιστον τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ. Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις αρχές της εβδομάδας ότι στο πρώτο 15νθήμερο των capital controls εγκρίθηκαν εισαγωγές μόλις ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαφοράς (από τα τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ που είναι συνήθως οι εισαγωγές σε μηνιαία βάση μέχρι το ένα δισεκατομμύριο ευρώ που ήταν οι εγκρίσεις στο 15νθήμερο) έχει αποτυπωθεί σε μείωση εσόδων για επιχειρήσεις. Προκύπτει δηλαδή, ότι μέσα σε μόλις έναν μήνα, οι απώλειες εσόδων είναι πιθανό να έχουν ξεπεράσει το 0,5% του ΑΕΠ.


Απολύσεις, «ψαλίδια» και καθυστερήσεις

Τα πρώτα μέτρα αντίδρασης των επιχειρήσεων εστιάζουν πρωτίστως στο μισθολογικό κόστος κάτι που σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα, το πρόβλημα θα αρχίσει να διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία. Στις 100 επιχειρήσεις που ρωτήθηκαν από την Endeavor οι απαντήσεις που συνδέονται με το μισθολογικό κόστος ήταν οι εξής:

1. 11 στις 100 προχωρήσαν ή θα προχωρήσουν σε νέες μειώσεις μισθών

2. 3 στις 100 απλώς προχωρούν σε καθυστέρηση καταβολής των μισθών

3. 10 στις 100 σχεδιάζουν απολύσεις.

Αν προστεθεί σε αυτά τα ποσοστά και το 23% των εταιρειών που θα σκέφτονταν πλέον σοβαρά τη μεταφορά έδρας στο εξωτερικό (σ.σ.: και αυτό φέρνει μείωση της απασχόλησης) τότε γίνεται αντιληπτό το γιατί το πρόβλημα, όσο διαρκούν τα capital controls θα διογκώνεται.

Ακόμη και σε τέτοιο αρνητικό περιβάλλον, υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι βγαίνουν ωφελημένοι. Όχι γιατί κερδίζουν περισσότερα –υπάρχουν και τέτοια παραδείγματα- αλλά γιατί διευρύνουν την ισχύ τους στην αγορά παίρνοντας έτσι καλύτερη θέση για την επόμενη ημέρα. Ποιες εταιρείες έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα;

• Προφανώς οι ισχυρές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές πολυεθνικών οι οποίες μπορούν να «στηριχτούν» είτε στις διεθνείς επαφές τους είτε ακόμη και στη βοήθεια των μητρικών τους.

• Συγκριτικό πλεονέκτημα, έχουν επίσης οι επιχειρήσεις που διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό σε χώρες του εξωτερικού καθώς μέσω αυτού μπορούν να αποπληρώσουν τις παραγγελίες και να εξασφαλίσουν την έγκαιρη τροφοδοσία με προϊόντα ή πρώτες ύλες.

• Σε πλεονεκτική θέση, βρίσκονται επίσης οι εταιρείες που συναλλάσσονται με μετρητά ή που διαθέτουν αποθέματα μετρητών στα χρηματοκιβώτιά τους.

Παρά το γεγονός ότι η προοπτική συμφωνίας με τους δανειστές έχει απομακρύνει τον κίνδυνο του «κουρέματος», οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συναλλαγές με «λογιστικό χρήμα» (εμβάσματα, web banking κλπ) με εξαιρετικά μεγάλη δυσπιστία. Δεν είναι τυχαίο ότι περίπου το 15% των επιχειρήσεων –πολλές εξ’ αυτών στην επαρχία όπου διαθέτουν και σχετική μονοπωλιακή δύναμη- έχουν αποφασίσει να συναλλάσσονται μόνο με μετρητά.

Πηγή: Από την εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ που κυκλοφορεί στα περίπτερα όλης της χώρας