Γιατί τα βλεμματα του πλανήτη στρέφονται στην Κίνα

Γιατί τα βλεμματα του πλανήτη στρέφονται στην Κίνα
Καθοριστικές για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι οι εξελίξεις στην Κίνα το 2016. Η σταδιακή προσαρμογή της οικονομίας της χώρας στο λεγόμενο «Νέο Φυσιολογικό», που ήδη ξεκίνησε από το προηγούμενο έτος, δίνει οριστικό τέλος στα διψήφια ποσοστά ανάπτυξης του παρελθόντος.

Οι περισσότεροι αναλυτές στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες προβλέπουν σχετική αστάθεια, και θεωρούν ότι η Κίνα θα αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα λόγω της πιθανολογούμενης φυγής κεφαλαίων. Σύμφωνα με το περιοδικό Forbes, η φυγή κεφαλαίων υπολογίζεται σε 240 δισεκατομμύρια δολάρια μόνον το τετράμηνο του 2015. Παράλληλα, η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας δημιουργεί προβληματισμό στις δυτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα, καθώς μειώνει τα κέρδη τους, ενώ επηρεάζει ακόμα και την ναυτιλία σε παγκόσμιο επίπεδο, με δεδομένο ότι περιορίζονται οι κινεζικές εξαγωγές.

Ωστόσο, με μια πιο ψύχραιμη ματιά, η κατάσταση φαίνεται πως βρίσκεται υπό έλεγχο. Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας προβλέπει ανάπτυξη 6,8% για το 2016, ποσοστό που είναι μεν κατά πολύ μικρότερο από τα διψήφια νούμερα του παρελθόντος, αλλά αποτελεί ονειρικό στόχο τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για την ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στην Κίνα αποτελούν φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων στην προσπάθεια της κινεζικής κυβέρνησης να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξής της το οποίο πλέον θα βασίζεται περισσότερο στην εσωτερική κατανάλωση. Η Κίνα, δηλαδή, δεν βρίσκεται εν μέσω μιας άγνωστης περιπέτειας όπως συμβαίνει με την ευρωζώνη από το 2009 και μετά, αλλά προχωρεί μεθοδευμένες σε συστηματικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΙ

Η μετάβαση της οικονομίας της Κίνας στο «Νέο Φυσιολογικό» περνάει μέσα από κλυδωνισμούς. Βασική παράμετρος που μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων στη χώρα είναι η τήρηση στάσης αναμονής. Και αυτό γιατί κάθε μεταβατική περίοδος έχει πάντα διάφορα εμπόδια, ακόμα και απροσδόκητα. Όπως συμβαίνει σε περιόδους αναταραχών σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου, για παράδειγμα, οι κερδοσκοπικές τάσεις δε θα μπορούσαν να λείψουν από την Κίνα. Καθώς, λοιπόν, το χρηματιστήριο της Σαγκάης και της Σενζέν είχαν παρουσιάσει αύξηση της τάξης του 150% πριν από την κρίση του Ιουλίου και Αυγούστου 2015, η αγορά διόρθωσε απότομα και η υπεραξία του παρελθόντος κατέρρευσε. Πολλοί απλοί πολίτες και επενδυτές έχασαν τα χρήματά τους ή παρέμειναν και παραμένουν μέχρι σήμερα εγκλωβισμένοι.
Ο πανικός εκείνης της περιόδου ναι μεν ξεπεράστηκε τους επόμενους τέσσερις μήνες του 2015 αλλά δεν εξαλείφθηκε οριστικά. Έτσι, επικρατεί ακόμα νευρικότητα σε κάποιες περιπτώσεις, όπως συνέβη την πρώτη μέρα ανοίγματος της αγοράς φέτος, η οποία έκλεισε απώλειες 6,9%. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, αποφασίστηκε άμεσα το προσωρινό πάγωμα των συναλλαγών ώστε η πτώση του 6,9% να μην γίνει ακόμα πιο επώδυνη πάνω στη βάση του νεοεισαγόμενου από φέτος στην Κίνα «circuit breaker».
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η μεγαλύτερη πρόκληση για την κινεζική κυβέρνηση είναι να συμβάλει στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος εποπτείας που στο μέλλον θα μπορεί να αποτρέπει τέτοιου είδους καταστάσεις. H εποπτεία αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα νέα δεδομένα της σύγχρονης εποχής της τεχνολογίας και του διαδικτύου. Το Πεκίνο θεωρεί πως μεσοπρόθεσμα θα επικρατήσουν σταθεροποιητικές και ανοδικές τάσεις χάρη σε καινούρια μέτρα όπως η θέσπιση μηχανισμού ανοίγματος προσφορών, η δημιουργία ενός νέου δείκτη αναδυόμενων βιομηχανιών με σκοπό τη στήριξη της εσωτερικής ανάπτυξης και η σύνδεση του δείκτη Σενζέν με το χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις

Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα που ανακύπτουν λόγω της σχετικής αστάθειας στην κινεζική οικονομία είναι κατά πόσο οι εξελίξεις βασίζονται στην αυτορύθμιση της αγοράς ή αποτελούν το προϊόν κυβερνητικών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με την επίσημη θέση του Πεκίνου ισχύει το πρώτο καθώς σταδιακά προχωράει η απελευθέρωση της αγοράς. Η Κίνα, μάλιστα, απορρίπτει την κατηγορία πως συμμετέχει ενεργά σε νομισματικό πόλεμο υποτιμώντας το νόμισμά της, εξηγώντας ότι αυτό είχε στο παρελθόν ανατιμηθεί και πλέον αποκτάει την αξία που του αντιστοιχεί με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς. Εξηγεί, επίσης, ότι η οικονομία της χώρας δεν βασίζεται πλέον στις εξαγωγές και έτσι δεν υπάρχει λόγος σκόπιμης υποτίμησης του γιουάν ώστε αυτές να ενισχυθούν.

Από την άλλη πλευρά, οι περισσότεροι αναλυτές στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες αμφιβάλουν και θεωρούν πως η κινεζική κυβέρνηση δεν έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τη λογική της παρεμβατικότητας. Τα αμερικανικά δίκτυα, για παράδειγμα, απέδωσαν τη σχετική σταθεροποίηση μετά την νέα πτώση ύψους 6,9% στην παροχή ρευστότητας από τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας και όχι στην αυτόματη διάθεση της αγοράς να ισορροπήσει μετά από μία μεγάλη πτώση.

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Πέρα από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Κίνας αυτές καθ’ εαυτές, μία ακόμα παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη σχετίζεται με τη γενικότερη συμβολή της χώρας στην παγκόσμια ανάπτυξη. Πέρα από τη σχετική επιβράδυνση της οικονομίας του, λοιπόν, το Πεκίνο συνεχίζει να χρηματοδοτεί διάφορα έργα υποδομής σε πολλές ξένες χώρες, οι οποίες εντάσσονται στο χάρτη του αρχαίου Δρόμου του Μεταξιού. Η υλοποίηση της πολιτικής «Ένας Μανδύας – Ένας Δρόμος», βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και αφορά μεταξύ άλλων την Ελλάδα. Αρκετές κρατικές κινεζικές εταιρείες δραστηριοποιούνται, με τον τρόπο αυτό, σε ξένα κράτη, και αυξάνουν τα κέρδη τους από τις συνεχιζόμενες επενδύσεις τους.

ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ