ESM: «Καμπανάκι» για δημόσια οικονομικά και μεταρρυθμίσεις

ESM: «Καμπανάκι» για δημόσια οικονομικά και μεταρρυθμίσεις

Εμμένει ο ESM  στη μείωση του αφορολόγητου την οποία περιγράφει στην ετήσια έκθεσή του ως διεύρυνση της φορολογικής βάσης.

Προειδοποίηση στην Αθήνα στέλνει ο ESM μέσα από την ετήσια έκθεσή του που δημοσιεύθηκε σήμερα. Ζητά τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τη μη αναστροφή αυτών που έχουν προχωρήσει. Παράλληλα, εμμένει στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης προκειμένου να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές.

Στην έκθεσή του αναφέρει, πως σε αντάλλαγμα των μέτρων για το χρέος, η Ελλάδα «υποσχέθηκε να μείνει προσηλωμένη στις μεταρρυθμίσεις, που συμφωνήθηκαν στη διάρκεια του Προγράμματος, μεταξύ των οποίων να διατηρήσει πλεόνασμα 3,5% ως το 2022 και να τηρήσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες, ειδικά αυτούς που σχετίζονται με τις δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές».

Γίνεται αναφορά στην ακύρωση του μέτρου της μείωσης των συντάξεων, με την επισήμανση ότι «οι υψηλότερες δαπάνες που αυτή σημαίνει περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο για πολιτικές, που θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη».

Τονίζεται πως η επιτυχημένη επιστροφή της χώρας στις αγορές και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών είναι αποτέλεσμα της ενισχυμένης εποπτείας και της τήρησης δεσμεύσεων. Ωστόσο «οι προκλήσεις για την βιώσιμη ανάπτυξη επιμένουν» προειδοποιεί ο ESM.

Παράλληλα χαρακτηρίζει ως έτος «ορόσημο» το 2018 κυρίως λόγω της εξόδου της Ελλάδας από το μνημόνιο τον περασμένο Αύγουστο. Η φετινή έκθεση που δημοσιεύθηκε σήμερα αναφέρεται αναλυτικά στα επιτεύγματα που πέτυχε η ελληνική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια στο πλαίσιο του προγράμματος του ESM, καθώς και στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα στο μέλλον.

«Η επιτυχημένη έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα ακολούθησε αυτήν της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας. Με δάνεια ύψους σχεδόν 204 δισ. ευρώ από τον ESM και τον προσωρινό προκάτοχό του, το EFSF, η Ελλάδα έχει επωφεληθεί από τη μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια στη σύγχρονη ιστορία, καθιστώντας τα ταμεία διάσωσης τον μεγαλύτερο πιστωτή της χώρας», αναφέρει σχετικά ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, στον πρόλογο της έκθεσης και συνεχίζει:

«Οι υπολογισμοί για την παρούσα ετήσια έκθεση δείχνουν ότι χάρη στα χαμηλά επιτόκια των δανείων μας και τις μεγάλες προθεσμίες λήξης, η Ελλάδα εξοικονόμησε 13 δισ. ευρώ μόνο στον προϋπολογισμό του 2018 σε σύγκριση με τη χρηματοδότηση των αγορών. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 7% του ελληνικού ΑΕΠ. Παρόμοιες εξοικονομήσεις θα επαναληφθούν και τα επόμενα, πολλά, χρόνια. Πρόκειται για μια πρωτοφανή πράξη αλληλεγγύης από τα άλλα κράτη - μέλη της ευρωζώνης απέναντι στην Ελλάδα».

Ειδικότερα, το κεφάλαιο για την Ελλάδα της έκθεσης του ESM ξεκινάει σημειώνοντας ότι «μετά την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα του ESM τον Αύγουστο του 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενεργοποίησε την ενισχυμένη εποπτεία για την αρχική περίοδο μετά το πρόγραμμα και η Ελλάδα επανήλθε στο πλαίσιο του τακτικού συντονισμού της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής».

«Η οικονομική ανάκαμψη συνεχίστηκε για δεύτερο έτος και η Ελλάδα υπερέβη τον δημοσιονομικό στόχο για τέταρτη συνεχή χρονιά. Προκειμένου να εξασφαλίσει τη βελτίωση του οικονομικού και του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της αγοράς, η Ελλάδα πρέπει να εδραιώσει και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις που επιδιώκονται κατά τη διάρκεια του προγράμματος», επισημαίνεται.

Επίσης, η έκθεση υπογραμμίζει ότι «σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό δείκτη ευπάθειας του ESM, τα ευάλωτα σημεία της Ελλάδας έχουν μειωθεί σημαντικά από το 2009, όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ξεπέρασε το 12% του ΑΕΠ και το δημοσιονομικό έλλειμμα το 15% του ΑΕΠ».

«Κατά τα έτη προσαρμογής, η Ελλάδα κατεύθυνε την οικονομία της σε ασφαλέστερα ύδατα βελτιώνοντας το δημοσιονομικό και εξωτερικό ισοζύγιο, μειώνοντας το κόστος εργασίας και καθιστώντας τον τραπεζικό τομέα πιο ανθεκτικό», σημειώνει.

Αναλυτικά, στα επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία έτη, οι συντάκτες της έκθεσης περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στον τομέα της φορολογίας (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος), στο ασφαλιστικό, στη δημόσια διοίκηση, στη διοίκηση εσόδων, στο σύστημα υγείας, στην αγορά εργασίας, στην αγορά προϊόντων, στις ιδιωτικοποιήσεις και στο τραπεζικό σύστημα.

Για το χρέος

«Η Ελλάδα έτυχε σημαντικής ελάφρυνσης του χρέους τόσο από ιδιώτες πιστωτές το 2012 όσο και από τον επίσημο τομέα το 2011, το 2012, το 2016 και, λίγο πριν το τέλος του τρίτου προγράμματος, τον Ιούνιο του 2018. Όλα αυτά τα μέτρα βελτίωσαν τη δυναμική του χρέους».

«Το χρέος της Ελλάδας αναμένεται να παραμείνει σε φθίνουσα πορεία, με ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης κάτω του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και κάτω από το όριο του 20% μακροπρόθεσμα στο βασικό σενάριο. Οι Ευρωπαίοι εταίροι δεσμεύθηκαν επίσης να παράσχουν πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους το 2032, εάν χρειαστεί και υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ», αναφέρει επίσης η έκθεση.

«Τα δημόσια οικονομικά πρέπει να παραμείνουν σε βιώσιμη πορεία, ενσωματώνοντας παράλληλα πολιτικές προσανατολισμένες περισσότερο στην ανάπτυξη. Οι ήδη εφαρμοζόμενες ή υιοθετημένες μεταρρυθμίσεις, όπως η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και η μείωση των φόρων εισοδήματος σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, πρέπει να διασφαλιστούν και να μην αντιστραφούν».

Επιπρόσθετα, επισημαίνει πως σε περίπτωση που «δικαστικές αποφάσεις ανατρέπουν βασικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι όποιες δημοσιονομικές επιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεγάλο βαθμό από μεταρρυθμίσεις εντός του ίδιου τομέα πολιτικής».

Τέλος, αναφέρει πως «απαιτούνται περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την τόνωση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, προκειμένου να συμπληρώσουν τη στρατηγική ανάπτυξης της χώρας».

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι «μεταρρυθμίσεις για να καταστεί το οικονομικό περιβάλλον περισσότερο φιλικό προς τις επιχειρήσεις, να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για την επίλυση νομικών διαφορών, να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, διατηρώντας παράλληλα το σημερινό της μέγεθος και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των κρατικών επιχειρήσεων».

«Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τις ιδιωτικοποιήσεις και τη βελτιωμένη διαχείριση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, είναι κρίσιμες για την προσέλκυση ξένων και εγχώριων επενδύσεων και την ενίσχυση της μελλοντικής ανάπτυξης. Επιπλέον, η Ελλάδα πρέπει να στηρίξει τις προσπάθειες των τραπεζών με μια ολοκληρωμένη στρατηγική μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ένα βελτιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα βοηθήσει τις ελληνικές τράπεζες να δανείσουν στην οικονομία και να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη», υπογραμμίζεται.

Οπως σημειώνεται

1. Τα δημόσια οικονομικά πρέπει να μείνουν σε βιώσιμο μονοπάτι και να ενσωματώσουν περισσότερα μέτρα προσανατολισμένα στην ανάπτυξη

2. Ήδη εφαρμοζόμενες ή θεσμοθετημένες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτή για την αγορά εργασίας και η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (σ.σ. μείωση του αφορολογήτου), θα πρέπει να διασφαλιστούν και δεν πρέπει να αναστραφούν

3. Στην περίπτωση που δικαστικές αποφάσεις ανατρέψουν μεταρρυθμίσεις - κλειδιά, η προκαλούμενη δημοσιονομική επίπτωση θα πρέπει να καλυφθεί κυρίως με μεταρρυθμίσεις στο ίδιο πεδίο

4. Είναι αναγκαίες περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που να συμπληρώσουν την εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, για να τονωθεί η παραγωγικότητα και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα

5. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις, που θα κάνουν πιο φιλικό το επιχειρηματικό περιβάλλον

6. Χρειάζεται να μειωθεί ο χρόνος των δικαστικών διενέξεων

7. Χρειάζεται να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, διατηρώντας τον στο σημερινό μέγεθος

8. Χρειάζεται η ενίσχυση της επάρκειας των διοικήσεων των ΔΕΚΟ

9. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε συνδυασμό με ιδιωτικοποιήσεις και βελτιωμένη διαχείριση της κρατικής περιουσίας, είναι κρίσιμες για την προσέλκυση εγχώριων κι ξένων επενδύσεων, καθώς και για την ενίσχυση της ανάπτυξης μακροπρόθεσμα

10. Χρειάζεται να υποβοηθηθεί η προσπάθεια των τραπεζών με μια περιεκτική στρατηγική μείωσης των «κόκκινων» δανείων και ένα βελτιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, που θα τις βοηθήσει να δανείσουν και να ενισχύσουν την οικονομική ανάκαμψη.