Η διαπραγμάτευση, η μάχη για τα πλεονάσματα και το σενάριο κάλπης

Η διαπραγμάτευση, η μάχη για τα πλεονάσματα και το σενάριο κάλπης
Με τη γνωστή ταινία «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης» μοιάζουν πλέον οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, με τη διαφορά ότι το happy end της ταινίας φαντάζει μάλλον απίθανο στην ελληνική υπόθεση.

Μέσα στα επόμενα 24ωρα οι επικεφαλής του Κουαρτέτου θα βρίσκονται πάλι στην Αθήνα, επιβεβαιώνοντας πλήρως όσα ανέφεραν ευρωπαϊκές πηγές σε ανύποπτο χρόνο στα «Π», για την ανάγκη τουλάχιστον μιας ακόμα «επίσκεψης» των τεχνοκρατών προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση. Αυτό, πάντως, είναι το μικρότερο κακό για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία αν κρίνει κανείς από τις αμήχανες αντιδράσεις μετά από τη ψυχρολουσία στο Eurogroup της περασμένης Δευτέρας, βρίσκεται ακόμα υπό την επήρεια ισχυρού σοκ, που προκαλεί το σφόδρα πιθανό ενδεχόμενο να τα χάσει όλα. Αν και όλες οι πληροφορίες συνέκλιναν στο ότι ο… περίπατος που οραματιζόταν η Αθήνα θα είναι εφιαλτικός ανήφορος, η ελληνική πλευρά επέμενε και συνεχίζει να επιμένει στην πολιτική διαπραγμάτευση και στην πολιτική λύση. Ωστόσο, μετά από τα αποκαλυπτήρια του Eurogroup, τα περιθώρια αντίδρασης φαντάζουν σχεδόν ανύπαρκτα, ενώ αντιθέτως μετρώντας τις τελευταίες ημέρες του 2016, το φάντασμα ενός ακόμα «πακέτου» λίαν επώδυνων μέτρων γίνεται πιο ορατό.

Όπως παραδέχονται στα «Π» ευρωπαϊκές πηγές, η ολοκληρωτική επικράτηση της γραμμής Σόιμπλε- τουλάχιστον στην παρούσα φάση- δεν ήταν το βασικό σενάριο. Σημειώνουν, πάντως, ότι από τη στιγμή που όλες οι εκκρεμότητες έφτασαν στο τραπέζι του Eurogroup, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους πολιτική ζύμωση- εδώ θυμίζουν ότι η γερμανική πλευρά τορπίλισε τη σύσκεψη του Washington Group- το πλεονέκτημα των κινήσεων ανήκε στο Β. Σόιμπλε. Επιβεβαιώνοντας απολύτως τις σχετικές πληροφορίες των «Π», ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών «κατεδάφισε» κάθε είδους σκέψη, πρωτοβουλία ή άποψη για ενδεχόμενη δημοσιονομική χαλάρωση μετά από το 2018 κι αυτό αποτελεί βαριά ήττα για την κυβέρνηση, η οποία αναζητά μάταια συμμάχους που μπορούν να υποστηρίξουν το αίτημα για μικρότερα πλεονάσματα από 3,5%.

Ήδη στο υπουργείο Οικονομικών έχουν σαλπίσει υποχώρηση και αυτό που θα επιχειρηθεί είναι να διασωθεί τουλάχιστον η περίοδος μετά από το Μεσοπρόθεσμο ήτοι να ξεκινήσει η αποκλιμάκωση των πλεονασμάτων μετά από το 2020 ή το 2021, θέση που υποστήριξε και η γαλλική πλευρά, με τη διαφορά ότι λίαν συντόμως η γαλλική γραμμή θα χαράσσεται από δεξιά- εκτός απροόπτου- κυβέρνηση. Ως τελευταία ευκαιρία φαντάζει για την ελληνική κυβέρνηση η Σύνοδος Κορυφής στις 15- 16 Δεκεμβρίου, ωστόσο στη «βαριά» ατζέντα του προσφυγικού, της Συμφωνίας Τουρκίας- Ε.Ε., της ιταλικής κρίσης και των διαδικασιών για το Brexit, δύσκολα μπορεί να απασχολήσει τους ηγέτες το πρόβλημα του Α. Τσίπρα.

Και κάπου εδώ αναβιώνει το σενάριο ή εν πάση περιπτώσει η απειλή των πρόωρων εκλογών στην Ελλάδα, ως ένας ακόμα παράγοντας πολιτικής αποσταθεροποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην τρέχουσα συγκυρία. Επισήμως η κυβέρνηση διαψεύδει το εν λόγω σενάριο, ωστόσο ούτε επισήμως ούτε ανεπισήμως απαντά κανείς στο ποια θα είναι η αντίδραση αν ή μάλλον όταν οι δανειστές θα απαιτήσουν μείωση του αφορολογήτου, μείωση των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων και πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση και να ανέβει στο τρένο το ΔΝΤ. Αν και πολλοί συνάδελφοι του Ε. Τσακαλώτου και στελέχη των Βρυξελλών δείχνουν να συμμερίζονται τον προβληματισμό και τη δυσφορία της ελληνικής πλευράς, δεν δείχνουν να ανησυχούν ιδιαιτέρως από το ενδεχόμενο εκλογών στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Β. Σόιμπλε φέρεται, άλλωστε, να διαμήνυσε στον Έλληνα ομόλογο του ότι πέρσι το καλοκαίρι η Αθήνα έκανε συγκεκριμένες επιλογές (παραμονή στο Ευρώ), γνωρίζοντας ότι θα πρέπει να «ματώσει» κι ως εκ τούτου δεν μπορεί εκ των υστέρων να διαμαρτύρεται και να προσπαθεί να αποφύγει μέτρα που είναι αναγκαία. Ήδη, διεθνείς αναλυτές έχουν συμπεριλάβει στις νεώτερες Εκθέσεις προβλέψεων τους για το 2017, το ενδεχόμενο αλλαγής πολιτικού σκηνικού και στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η εύθραυστη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία είναι μάλλον απίθανο να αντέξει μια νέα δέσμη δύσκολων μέτρων.

Πολύ «ελαφρύ» το πακέτο για το Χρέος

Η δεύτερη ήττα για την κυβέρνηση αλλά και όσους ευρωπαϊκούς κύκλους προωθούσαν μια συμβιβαστική λύση μεταξύ Βερολίνου- ΔΝΤ, σημειώθηκε στο πεδίο του Χρέους. Βασική γραμμή του Μ. Μαξίμου ήταν ότι η συμφωνία για το Χρέος θα πρέπει να είναι συνολική ήτοι πέρα από τα αναμενόμενα βραχυπρόθεσμα μέτρα, να συμπεριλαμβάνει και τα μεσοπρόθεσμα έστω υπό τη μορφή εκτενέστερης περιγραφής των όσων προέβλεπε η απόφαση της 25ης Μαίου.

Το μόνο που πήρε ήταν μια… υποσχετική για το τέλος του Προγράμματος, όπως ακριβώς απαιτούσε ο Β. Σόιμπλε καθώς κι ένα «πακέτο» που ναι μεν θα αρχίσει να «τρέχει» άμεσα, αλλά οι θετικές του επιπτώσεις στη διαχείριση των πληρωμών του Χρέους δεν θα φανούν πριν από το 2040! Ίσα- ίσα, βραχυπρόθεσμα θα υπάρξει και μια μικρή επιβάρυνση (περίπου 0,3% του ΑΕΠ ως το 2019) στον Κρατικό Προϋπολογισμό λόγω του swap επιτοκίων και της σταδιακής ανταλλαγής τίτλων που διακρατούν οι τράπεζες.

Σε τι ελπίζει ενδόμυχα η Αθήνα; Ότι η ήδη εκδηλωθείσα αντίδραση του ΔΝΤ σε αυτή τη «χλιαρή» αντιμετώπιση του Χρέους και η απειλή αποχώρησης του, θα ασκήσει πιέσεις ειδικά στο Βερολίνο. Όπως σημειώνουν, όμως, ευρωπαϊκές πηγές, ακόμα κι αυτό το σενάριο έχει τουλάχιστον δύο κινδύνους για την ελληνική πλευρά: 1) το παζάρι να καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την αξιολόγηση και να τινάξει στον αέρα τα εύθραυστα σχέδια για τη σταδιακή έξοδο στις αγορές 2) ο συμβιβασμός να μην καλύψει και το πεδίο των πλεονασμάτων, κάτι που σημαίνει πως ό,τι και να συμφωνηθεί μετά από το 2018, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να πάρει εδώ και τώρα σκληρά μέτρα για να ικανοποιήσει τους όρους του Ταμείου.

ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ