Γιάννης Καρούζος

Πότε ο εργοδότης μπορεί να απολύσει χωρίς αποζημίωση

Πότε ο εργοδότης μπορεί να απολύσει χωρίς αποζημίωση

Η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική και δεν εξαρτάται από τον λόγο της καταγγελίας. Κατ’ εξαίρεση όμως, γίνεται δεκτό – ειδικά για τη σύμβαση αορίστου χρόνου- ότι σε τρεις περιπτώσεις ο εργοδότης απαλλάσσεται από τις διατυπώσεις της τακτικής καταγγελίας, λόγω της συνδρομής περιστατικών που δικαιολογούν την άμεση και χωρίς περιορισμούς λύση της σύμβασης εργασίας. Οι περιπτώσεις αυτές καθορίζονται περιοριστικά στον νόμο, γεγονός που αναδεικνύει ακριβώς την ασφάλεια, με την οποία θέλησε ο νομοθέτης να περιβάλλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προστατεύσει τον εργαζόμενο από την αζήμια λύση της, η οποία θα καταστρατηγούσε τον προστατευτικό χαρακτήρα του εργατικού δικαίου.

 

Ειδικότερα, οι μόνες περιπτώσεις που παρέχουν στον εργοδότη το δικαίωμα να λύσει τη σύμβαση εργασίας άμεσα και χωρίς να τηρήσει τις διατυπώσεις της τακτικής καταγγελίας, είναι οι εξής: α) η διάπραξη από τον εργαζόμενο αξιόποινης πράξης (άρθρο 5, παρ. 1 Ν. 2112/1920, άρθρο 7 Ν. 3198/1955), β) η συνδρομή περιστατικών ανωτέρας βίας (άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2112/1920) και γ) η σκόπιμη πρόκληση από τον εργαζόμενο της απόλυσής του, περίπτωση η οποία έχει διαπλαστεί από τη νομολογία.

Εστιάζοντας λοιπόν, στην πρώτη περίπτωση, οφείλουμε, κατ’ αρχάς να διερευνήσουμε τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και του άρθρου 7 του Ν. 3198/1955. Έτσι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις προϋπόθεση για τη μη καταβολή αποζημίωσης είναι είτε να έχει διαπραχθεί αξιόποινη πράξη εκ μέρους του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας είτε να έχει απαγγελθεί εναντίον του εργαζομένου κατηγορία για αδίκημα που έχει τουλάχιστον τον χαρακτήρα πλημμελήματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό επηρεάζει δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης.

Όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν κατά την εργασία, ο εργοδότης είναι αυτός που κατά κανόνα ασκεί μήνυση, καθώς αυτός λαμβάνει συνήθως γνώση πρώτος, ενώ παράλληλα είναι και ο αμέσως ή εμμέσως ζημιωθείς. Η μήνυση αυτή είναι η θεμελιώδης δικαιολογητική βάση για τη μη καταβολή της αποζημίωσης στον εργαζόμενο, και μάλιστα κατ’ εξαίρεση του τεκμηρίου της αθωότητας, καθώς ο εργοδότης δύναται να απολύσει τον εργαζόμενο, πριν ακόμα αποδειχθεί ότι ο τελευταίος είναι ένοχος, αλλά για μόνο το λόγο της κίνησης της ποινικής δίωξης. Ωστόσο, σημειώνεται ότι η τυχόν κακόβουλη ή ψευδής μήνυση εκ μέρους του εργοδότη, καθιστά την καταγγελία άκυρη με αποτέλεσμα ο εργοδότης να οφείλει μισθούς υπερημερίας από τη στιγμή που έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου.

Επιπροσθέτως, στοιχειώδης προϋπόθεση για την καταγγελία της σύμβασης άνευ αποζημίωσης, αποτελεί ο χρόνος της καταγγελίας σε σχέση με αυτόν της μήνυσης. Συγκεκριμένα, η καταγγελία έπεται της μήνυσης, διαφορετικά είναι άκυρη. Παράλληλα όμως, η καταγγελία πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός ευλόγου χρόνου από την μήνυση, ώστε να αποδεικνύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της διαπραχθείσας αξιόποινης πράξης. Βέβαια, ο εργοδότης δικαιούται να αναμένει την έκβαση της ποινικής δίκης, αλλά οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα επιφέρει την απώλεια του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας. Γενικά πάντως, η καθυστέρηση του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση ενδέχεται να καταλήξει σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν εκτός εργασίας αλλά αποτελούν είτε πλημμέλημα, είτε κακούργημα, είναι σαφές ότι απαιτείται η επίδραση αυτών στη σχέση εργασίας, η συνέχιση της οποίας καθίσταται δυσχερής. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση δεν είναι πάντοτε ευχερής, ειδικά όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που τελέστηκε στα στενά πλαίσια της ιδιωτικής ζωής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να κρίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, αν η τελεσθείσα πράξη δύναται να επηρεάσει αρνητικά την εργασιακή σχέση στο μέλλον. Διαφορετικά, θα δινόταν στον εργοδότη το δικαίωμα αζήμιας απόλυσης, για οποιοδήποτε αδίκημα, ακόμα και αν αυτό δεν ασκούσε ούτε καν έμμεση επίδραση στη σχέση εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης τελεί υπό την αίρεση της οριστικής ποινικής καταδίκης του εργαζομένου. Αντιθέτως, εάν ο εργαζόμενος αθωωθεί αμετάκλητα, τότε ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να του καταβάλλει τη δικαιούμενη αποζημίωση εντός ευλόγου χρόνου.

*Ο Γιάννης Καρούζος είναι δικηγόρος-εργατολόγος. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και Μεταπτυχιακός Διπλωματούχος της Σχολής Εργατικού και Συνδικαλιστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τεργέστης στην Ιταλία, με ειδίκευση στο Εργατικό Δίκαιο, Εργασιακές Σχέσεις, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης. Έχει πολύχρονη εμπειρία και πείρα συμβουλεύοντας δεκάδες Σωματεία Εργαζομένων και Επιχειρήσεις σε εργασιακά θέματα. Διατέλεσε Σύμβουλος σε τρία Υπουργεία της Ελληνικής Δημοκρατίας και υπήρξε επί έτη ενεργό μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Ασφάλισης. Είναι Μεσολαβήτης, Μέλος του Σώματος Μεσολαβητών του Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Υπήρξε επίσης σύμβουλος στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος (Ο.Κ.Ε). Δημοσιεύει άρθρα και μελέτες σε νομικά περιοδικά εργατικού δικαίου και εργασιακών σχέσεων και σε εφημερίδες.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα https://dikigorosergatologos.gr

Δείτε όλα τα άρθρα του Γιάννη Καρούζου στο fpress.gr ΕΔΩ