Η έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Υπουργείου Εργασίας και των Κοινωνικών εταίρων για τον καθορισμού του νέου βασικού μισθού και η δέσμευση της Κυβέρνησης για την εφαρμογή του μέτρου από τις αρχές του 2019 καθιστούν πιο επίκαιρη από ποτέ την συζήτηση για τις πολλαπλές συνέπειες, που αναμένεται να επέλθουν από την παρέμβαση αυτή. Υπενθυμίζεται, ότι ως κατώτατος μισθός νοείται ο “μισθός ασφαλείας” των 586,06 € [και αντίστοιχο ημερομίσθιο 26,18 €], που παραμένουν παγωμένα από το έτος 2012.
Και δεν αναφέρομαι φυσικά στο αυτονόητο γεγονός, ότι δύο περίπου εκατομμύρια εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, θα λάβουν αυξήσεις στις αποδοχές τους, ούτε βεβαίως, ότι αντίστοιχα, το εργασιακό κόστος των επιχειρήσεων θα αυξηθεί αναλόγως καθώς πέραν των αυξήσεων των μισθών θα επέλθει και αντίστοιχη αύξηση των καταβαλλόμενων εισφορών. Διατρέχοντας κανείς την νομοθεσία, διαπιστώνει, ότι ο κατώτατος μισθός αποτελεί την βάση υπολογισμού πολλών και ποικίλων παροχών, που καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ καθώς και διαφόρων υποχρεώσεων, που επιβαρύνουν μισθωτούς, επιχειρηματίες αλλά και ασφαλισμένους.
Έτσι, με βάση τον κατώτατο μισθό [ή κατώτατο ημερομίσθιο] υπολογίζονται:
1) Το επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ, που καταβάλλεται, σε μηνιαία βάση, αλλά υπολογίζεται σε ημερήσια επιδόματα, που ανέρχονται στο 55% του βασικού ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Από 12.03.2012 το μηνιαίο επίδομα ανεργίας ανέρχεται στα 360,00 Ευρώ ενώ αν ο δικαιούχος άνεργος έχει προστατευόμενα μέλη οικογένειας προσαυξάνεται για καθένα από αυτά κατά 10%.
2) Τα λοιπά βοηθήματα του ΟΑΕΔ.
Τα περισσότερα από τα καταβαλλόμενα επιδόματα του ΟΑΕΔ υπολογίζονται βάσει του βασικού ή κατώτατου μισθού. Έτσι,
[α] Το Ειδικό βοήθημα μετά την λήξη της ανεργίας καταβάλλεται στους ανέργους, που δεν υπάγονται στις κατηγορίες του άρθρου 22 του Ν. 1836/89 (οικοδόμοι, λατόμοι, ασβεστοποιοί κ.λ.π), μετά τη λήξη της επιδότησης, λόγω ανεργίας εφ’ όσον παραμείνουν για ένα μήνα ακόμη άνεργοι και εφόσον το εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.564,93 €. Το βοήθημα ισούται με 13 ημερήσια επιδόματα ανεργίας και εξάγεται βάσει του κατώτατου μισθού, όπως και το επίδομα ανεργίας.[ε] Το Ειδικό εποχικό επίδομα ανεργίας, που καταβάλλεται σε ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες, που δεν ασκούνται όλη την διάρκεια του έτους, ισούται με το 70% του 35πλάσιου έως 50πλάσιου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Το ειδικό εποχικό βοήθημα προσδιορίζεται ανάλογα με το εποχικό επάγγελμα, όπως αυτά περιγράφονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν 1836/ 89. Ειδικότερα οι απασχολούμενοι σε εποχικά επαγγέλματα λαμβάνουν από τον ΟΑΕΔ: Οικοδόμοι: 70% του 37πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Σμυριδεργάτες: 70% του 50πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Δασεργάτες, ρητινοσυλλέκτες, καπνεργάτες, αγγειοπλάστες, κεραμοποιοί – πλινθοποιοί, μισθωτοί ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης: 70% του 35πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Μουσικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, υποδηματεργάτες, χειριστές και βοηθοί χειριστές κινηματογράφου, ελεγκτές θεάτρου και κινηματογράφου, ταμίες κινηματογράφου και θεάτρου, τεχνικοί κινηματογράφου και τηλεόρασης, ταξιθέτες θεάτρου και κινηματογράφου, χειριστές εκσκαπτικών, ανυψωτικών, οδοποιητικών κλπ μηχανημάτων, μισθωτοί τουριστικού και επισιτιστικού κλάδου: στο 70% του 25πλασίου του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη.
[στ] Το Επίδομα επισχέσεως ή διακοπής εργασιών, που καταβάλλεται σε ασφαλισμένους, που δεν συγκεντρώνουν προϋποθέσεις τακτικής επιδότησης σε περίπτωση διακοπής των εργασιών της επιχείρησης –εκμετάλλευσης και αδυναμίας για οποιοδήποτε λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, ή σε περίπτωση άσκησης από τον μισθωτό του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας (άρθρο 325 Α.Κ.). Το ύψος του βοηθήματος είναι ίσο προς το 20πλάσιο του βασικού επιδόματος ανεργίας, που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την χορήγησης του βοηθήματος, προσαυξανόμενο κατά 10% για κάθε προστατευόμενο μέλος.
3] Οι ασφαλιστικές εισφορές.
Αλλαγές, με βάση τον νέο βασικό μισθό αναμένεται να υπάρξουν και για τους ασφαλισμένους, αφού το άρθρο 39 του ν. 4387/2016 προβλέπει ως βάση υπολογισμού των ανώτατων και των κατώτατων ασφαλιστικών εισφορών αυταπασχολούμενων και ελευθέρων επαγγελματιών, τον εκάστοτε ισχύοντα βασικό μισθό. Έτσι, η παρ. 3 του ως άνω άρθρου ορίζει: «3. Η μηνιαία ελάχιστη βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών».
Αντίστοιχα, το άρ. 38 του ιδίου νόμου προβλέπει, ότι το συνολικό ποσοστό εισφοράς των εργαζομένων και εργοδοτών υπολογίζεται ποσοστιαία βάση των πάσης φύσεως αποδοχών. Οποιαδήποτε, συνεπώς, αύξηση του βασικού μισθού θα επιφέρει αντίστοιχα και αύξηση των εισφορών. Ομοίως, βάσει του κατώτατου βασικού μισθού εξάγεται και το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς και ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του ποσού, που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό αγάμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Αντίστοιχα, με αναφορά στον βασικό μισθό εξάγεται και η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού, επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους.
Με τα δεδομένα αυτά, η αύξηση του βασικού μισθού αποδεικνύεται σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες, με συνέπειες, που πρέπει να συνυπολογιστούν και να προσμετρηθούν με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των θέσεων των κοινωνικών εταίρων, που καλύτερα από τον οποιονδήποτε γνωρίζουν τις συνθήκες της αγοράς και τις ανάγκες εργαζόμενων και εργοδοτών. Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να ξεχνά το πάγιο αίτημα της ΓΣΕΕ από το έτος 2012 για την πλήρη αποκατάσταση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, ως μέσο ρύθμισης και καθορισμού των βασικών αποδοχών όλων των εργαζομένων της Χώρας. Και τούτο διότι η δυνατότητα να καθορίζονται οι βασικές αποδοχές μέσα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελεί βασικό πυλώνα του εργατικού Δικαίου και προστατεύεται ποικιλοτρόπως τόσο από το Σύνταγμα όσο και από Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας.
- Η Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα είναι δικηγόρος – εργατολόγος. Ειδικεύεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Ως νομικός σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ, έχει αντιπροσωπεύσει πολλάκις την Ομοσπονδία των Δημοσίων Υπαλλήλων στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια και στους Διεθνείς Οργανισμούς.
Διαβάστε από την ίδια:
Η διεκδίκηση αναδρομικών από εργαζόμενους και συνταξιούχους με απλά ελληνικά



















