Σκληρό πόκερ για το ελληνικό χρέος

Σκληρό πόκερ για το ελληνικό χρέος
Μάχη για το Ουάσιγκτον γκρουπ, καθώς η η εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών διαψεύδει ότι θα πραγματοποιηθεί συνάντηση των υπουργών Οικονομικών των πέντε οικονομικά ισχυρότερων χωρών της Ευρωζώνης την προσεχή Παρασκευή, με δηλώσεις της στο Bloomberg.

«Καμία συνάντηση δεν έχει προγραμματισθεί», δήλωσε η Friedrike von Tiesenhausen σε τηλεφωνική συνέντευξη στο Bloomberg.

Στο αποκαλούμενο Washington Group, συν την Ολλανδία, είχε προγραμματιστεί να συζητηθεί η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Sueddeutsche Zeitung.

Στην ατζέντα θα έμπαινε η αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης προκειμένου να μπει το ΔΝΤ στο 3ο ελληνικό πρόγραμμα. Ο συμβιβασμός είναι πολύ πιθανό να φέρει νέα «δεινά» για τους Έλληνες φορολογούμενους καθώς για να μπει το ΔΝΤ θα απαιτήσει την εφαρμογή των μέτρων που έχει ζητήσει σε φορολογικό (μείωση αφορολογήτου) συνταξιοδοτικό (κατάργηση προσωπικής διαφοράς) και εργασιακό (απελευθέρωση ομαδικών απολύσεων).

Όσον αφορά στο χρέος, το πιθανό σενάριο αυτή τη στιγμή είναι να συμφωνηθούν μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα τα οποία όμως δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους ούτε ανοίγουν τον δρόμο από μόνα τους για τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Έτσι το ενδιαφέρον εστιάζεται στο αν θα υπάρξει συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, πότε αυτά θα υλοποιηθούν, αν θα συνδεθούν με το πρωτογενές πλεόνασμα για την περίοδο μετά το 2019 και ποιοι θα είναι οι όροι που θα πρέπει να εκπληρώσει η Ελλάδα προκειμένου να ενεργοποιηθούν αυτά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στους θεσμούς. Το ίδιο συνέβη και στην πρώτη αξιολόγηση όταν το ΔΝΤ απαιτούσε να ληφθούν επιπλέον μέτρα τουλάχιστον τριών δις. ευρώ για να κλείσει η αξιολόγηση. Οι απαιτήσεις από την πλευρά των ευρωπαίων δεν ήταν αντίστοιχες και τελικά βρέθηκε η συμβιβαστική λύση: ο δημοσιονομικός κόφτης. Το σκηνικό δείχνει να επαναλαμβάνεται. Οι Ευρωπαίοι δεν ζητούν σκληρά μέτρα στα εργασιακά. Όμως δεν θέλουν να ανοίξει συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 ούτε να ληφθούν τώρα αποφάσεις για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα. Το ΔΝΤ έχει εντελώς διαφορετική προσέγγιση και μένει να φανεί τι θα βγάλει ο συμβιβασμός, αν υπάρξει.

Το πρώτο πακέτο μέτρων με τα περίφημα βραχυπρόθεσμα μέτρα, δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους κάτι που παραδέχονται στελέχη του ελληνικού στρατοπέδου. Η μείωση του κινδύνου αύξησης του επιτοκίου με το οποίο βαρύνεται η Ελλάδα για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, θα είναι ο βασικός στόχος αυτού του πρώτου πακέτου μέτρων. Έτσι, το ζητούμενο για να σταλεί σήμα βιωσιμότητας στις αγορές είναι να περιγραφούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα τα οποία ρίχνουν τις ετήσιες δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους κάτω από το 20% του ΑΕΠ ακόμη και μετά το 2030 ενώ δημιουργούν ταυτόχρονα τον «δημοσιονομικό χώρο» για τη σύνταξη κρατικών προϋπολογισμών χωρίς πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ. Το τι θα αποφασίσουν οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών παραμένει ακόμη υπό διαπραγμάτευση.

Για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, οι συζητήσεις έχουν προχωρήσει και οι πιθανότητες να συμφωνηθούν είναι αυξημένες. Για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα όμως, οι διαβουλεύσεις κολλάνε στον «γερμανικό παράγοντα» καθώς, όπως προκύπτει και από τις δηλώσεις Σοϊμπλε τις τελευταίες ημέρες- ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να «εξειδικεύσει» τα μεσοπρόθεσμα μέτρα. Έτσι, τις επόμενες ημέρες θα κορυφωθούν οι διαβουλεύσεις στις οποίες έχουν εμπλακεί ενεργά και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και οι δύο θεσμοί, θα συντάξουν δικές τους ξεχωριστές εκθέσεις βιωσιμότητας μέχρι το τέλος του χρόνου. Από το αν θα κρίνουν το ελληνικό χρέος ως βιώσιμο ή όχι θα εξαρτηθεί:

1. Η συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο 3ο ελληνικό πρόγραμμα το οποίο βάσει του καταστατικού του δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει χώρες το χρέος των οποίων κρίνεται ως μη βιώσιμο. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει από τις αποφάσεις που θα ληφθούν στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου να βρεθεί «φόρμουλα» που θα επιτρέψει στους συντάκτες του Ταμείου να θεωρήσουν το χρέος ως βιώσιμο και έτσι να ανάψει το φως για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα έστω και με ποσά της τάξεως των 6-10 δις. ευρώ. Να σημειωθεί ότι η χρηματική συμμετοχή του ΔΝΤ δεν επηρεάζει το συνολικό ποσό του δανείου προς την Ελλάδα το οποίο έχει κλειδώσει από τον Αύγουστο του 2015 στα 83 δις. ευρώ. Το ποσό που θα εισφέρει το ΔΝΤ –αν υπάρξει τέτοια απόφαση- θα αφαιρεθεί από τους πόρους του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.

2. Το αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ανάψει το πράσινο φως για τη συμμετοχή και των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Είναι καθοριστική εξέλιξη για την Ελλάδα καθώς χωρίς το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σε τέτοια επίπεδα ώστε να μπορέσει να δανειστεί η χώρα και να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μετά τον Αύγουστο του 2018 (σ.σ μέχρι τότε οι δανειακές ανάγκες καλύπτονται από τα δάνεια του ESM υπό την προϋπόθεση εκπλήρωσης των ενδιάμεσων αξιολογήσεων).

Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, θα αφορούν σε ένα τμήμα του χρέους της τάξεως των 50-60 δις. ευρώ με το τελικό ποσό να μην έχει κλειδώσει ακόμη καθώς η τελική «φόρμουλα» είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Τα μέτρα θα αφορούν στην αύξηση της περιόδου αποπληρωμής κατά περίπου 7-8 χρόνια αλλά και στη μετατροπή των επιτοκίων από κυμαινόμενα σε σταθερά ώστε να εξαλειφθεί ο επιτοκιακός κίνδυνος. Δύο είναι τα ζητούμενα:

1. Πρώτον να εκλείψουν τα «βουνά» τόκων που, βάσει της σημερινής κατάστασης, θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Ελλάδα το 2021. Ειδικά το συγκεκριμένο έτος, οι ανάγκες μόνο για τόκους, φτάνουν στα 17 δις. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη δαπάνη τόσο για το 2016 όσο και για το 2017, περιορίζεται κάτω από τα 6 δις. ευρώ

2. Δεύτερον να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτροχιασμού του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων το επόμενο διάστημα (σ.σ το 70% του ελληνικού χρέους τοκίζεται με κυμαινόμενα επιτόκια). Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται διάφορα μέτρα όπως η αντικατάσταση παλαιότερου χρέους (το οποίο τοκίζεται με υψηλότερα επιτόκια) με νέο «φθηνότερο», η μετατροπή κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό για συγκεκριμένο τμήμα του χρέους κ..α.

Αν δεν υπάρξουν οι λεγόμενες «μεσοπρόθεσμες» παρεμβάσεις στο ελληνικό δημόσιο χρέος, η Ελλάδα θα είναι υποχρεωμένη να δαπανά κάτι λιγότερο από το 15% του ΑΕΠ μέχρι το 2030 για τόκους και χρεολύσια ενώ από το 2030 μέχρι το 2040, θα ξοδεύει έως και το 20% του ΑΕΠ. Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% από το 2018 μέχρι και το 2028 δηλαδή για 10 ολόκληρα χρόνια. Αν υποτεθεί ότι η Ελλάδα δεν κατορθώσει να εμφανίσει αυτά τα πλεονάσματα αλλά μια μονάδα λιγότερο –δηλαδή 2,5% στο διάστημα από το 2018 έως το 2028, τότε ήδη από το 2025 η ετήσια δαπάνη θα ξεπερνά το 15% του ΑΕΠ ενώ θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το 20% ήδη από το 2030.

Για να μην υλοποιηθεί το εφιαλτικό σενάριο, η ελληνική πλευρά έχει ήδη επεξεργαστεί σενάρια μεσοπρόθεσμων μέτρων που ρίχνουν τις ετήσιες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους. Δύο είναι οι βασικές:

1. Οι παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου των επιτοκίων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα δηλαδή μετά τον Αύγουστο του 2018 και για τουλάχιστον 10-12 χρόνια μέχρι το 2030. Από μόνη της αυτή η παρέμβαση, υποχρεώνει την Ελλάδα να πληρώνει το 15% του ΑΕΠ της για την εξυπηρέτηση του χρέους μέχρι το 2030 και το 20% του ΑΕΠ της από το 2035 και μετά.

2. Η χρονική επέκταση των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τον EFSF. Με την παρέμβαση αυτή, το χρέος μετατρέπεται σε βιώσιμο καθώς οι ακαθάριστες ανάγκες παραμένουν κάτω από το 15% μέχρι και τα μέσα του 2030.