Η επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων και η σκληρή πραγματικότητα στην αγορά εργασίας

Της Μαρίας Μαγδαληνής Τσίπρα*

Η επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων και η σκληρή πραγματικότητα στην αγορά εργασίας

Το Σεπτέμβριο 2018, εν μέσω πανηγυρισμών και τυμπάνων η Υπουργός Εργασίας υπέγραψε μία σειρά Υπουργικών Αποφάσεων, για την επέκταση κλαδικών ΣΣΕ, που είχαν συναφθεί προγενέστερα και για τις οποίες είχε κριθεί από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, ότι δεσμεύουν ήδη εργοδότες, που απασχολούν το 51% του κλάδου ή του επαγγέλματος.

Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς φορείς, η υπογραφή αυτή σηματοδοτούσε το τέλος των μνημονίων, καθώς ένα από τα πολλά πλήγματα, που είχε δεχτεί η συλλογική αυτονομία στην χώρα μας από το έτος 2010 και μετά ήταν και η αναστολή της επεκτασιμότητας των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Ως επεκτασιμότητα, ορίζεται η δυνατότητα, που παρείχετο από το νόμο 1876/1990 να επεκταθεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η δέσμευση που απορρέει από τους όρους μίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, σε εργοδότες και εργαζόμενους, που δεν ανήκουν στις οργανώσεις, οι οποίες συμμετείχαν στην διαδικασία κατάρτισης της. Υπενθυμίζεται, ότι οι όροι μίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας καταλαμβάνουν αυτόματα μόνο τα μέλη των οργανώσεων και δεν δεσμεύουν αυτομάτως όλους τους εργοδότες, που δραστηριοποιούνται σε έναν κλάδο ή απασχολούν εργαζόμενους, που ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Η επεκτασιμότητα είχε ιστορικά τεράστια σημασία τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τις επιχειρήσεις, αφού οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν όρους εργασίας και αμοιβής καλύτερους από την Εθνική Γενική ΣΣΕ και συνεπεία αυτού, ελάχιστοι εργοδότες επεδίωκαν να ενταχθούν οικειοθελώς στο πεδίο ισχύος τους. Την ίδια στιγμή οι εργοδότες, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στην κατάρτιση κλαδικών ΣΣΕ καλούνται να καταβάλλουν υπέρτερες αποδοχές έναντι των λοιπών εργοδοτών του οικείου κλάδου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων τους, παράγοντας εξαιρετικά αποτρεπτικός για την σύναψη κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Υπενθυμίζεται, ότι μέχρι το 2010, όταν ξεκίνησαν οι πολλαπλές παρεμβάσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο της συλλογικής αυτονομίας, οι κλαδικές ΣΣΕ αποτελούσαν έναν σημαντικό παράγοντα ρύθμισης των όρων εργασίας σε μεγάλους κλάδους επιχειρήσεων, αφού εισήγαγαν κατ’ εξοχήν όρους ευνοϊκότερους έναντι των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ενώ οι κλαδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν σημαντική διαπραγματευτική ισχύ έναντι των εργοδοτών. Την ίδια στιγμή, μέσω της επεκτασιμότητας, καθορίζονταν ουσιαστικά ένα επίπεδο αποδοχών ανώτερο από αυτό της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ, που μέσω της επεκτασιμότητας, κατελάμβανε όλους τους εργοδότες του οικείου κλάδου επιχειρήσεων.

Με το άρθρο 37 του ν. 4024/2011, επήλθε ισχυρό πλήγμα στις κλαδικές ΣΣΕ. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του νόμου αυτού

α] δόθηκε η δυνατότητα υπογραφής επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας, σε «ενώσεις προσώπων», που διαθέτουν ελάχιστη αντιπροσωπικότητα

β] αναγνωρίστηκε η δυνατότητα σύναψης επιχειρησιακής ΣΣΕ και από επιχειρήσεις, που απασχολούν λιγότερα από 50 άτομα, οι οποίες κατ’ εξοχήν καλύπτονταν μέχρι το χρόνο εκείνο από τις κλαδικές ΣΣΕ

γ] ανεστάλη η αρχή της εύνοιας για όσο χρόνο διαρκεί το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής ενώ αναγνωρίστηκε η κατίσχυση της επιχειρησιακής ΣΣΕ σε περίπτωση συρροής με κλαδική ΣΣΕ και τέλος

δ] ανεστάλη η διαδικασία επέκταση της ισχύος των κλαδικών και των ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ, μέσω της κήρυξής τους ως γενικά υποχρεωτικών για όσο χρόνο διαρκεί το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής ενώ με διάταξη του 2017 προβλέφθηκε η αναστολή για όσο χρόνο διαρκεί το πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής.

Με τις παρεμβάσεις αυτές, επί της ουσίας ο νομοθέτης μετακύλησε το βάρος της ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων από το κλάδο στην επιχείρηση, όπου ο εργαζόμενος δεν διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Η ΠΥΣ 6/2012, η οποία κατήργησε ένα σημαντικό αριθμό ΣΣΕ, που βρίσκονταν σε ισχύ, ολοκλήρωσε την διαδικασία, που οδήγησε τα προηγούμενα χρόνια στην σχεδόν αποκλειστική εφαρμογή των κατώτατων νομοθετημένων αποδοχών, λύση προφανώς συμφέρουσα για τους εργοδότες. Το δύσκολο αυτό νομοθετικό περιβάλλον, παγιώθηκε κάτω από το βάρος των συνεπειών της οικονομικής κρίσεως, αφού η αύξηση της ανεργίας, η μείωση των υγιών επιχειρήσεων, η μείωση του τζίρου, οι πολλαπλές ήττες, που υπέστησαν τα συνδικάτα, ώθησε τους εργαζόμενους σε ακόμα μεγαλύτερη εσωστρέφεια.

Εύκολα, συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω κατανοεί κανείς, ότι η επέκταση μερικών ή και πολλών κλαδικών ΣΣΕ δεν μπορεί από μόνη της να αναστρέψει τις καταστροφικές για τις εργασιακές σχέσεις συνέπειες, που επήλθαν από το 2010 και μετά, όταν μάλιστα πολλά από τα μέτρα, που νομοθετήθηκαν συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο, ότι συνεχίζει να υφίσταται η δυνατότητα κατάρτισης επιχειρησιακών ΣΣΕ, όπως περιγράφηκε ανωτέρω.

Την ίδια στιγμή, οι ελάχιστες υγιείς και συνεπείς επιχειρήσεις, που έχουν απομείνει στην χώρα, είναι βέβαιο, ότι θα δυσκολευτούν να ανταποκριθούν σε μία αιφνίδια αύξηση των αποδοχών του προσωπικού τους, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από μέτρα ελάφρυνσης των πολλαπλών επιβαρύνσεων τους από άλλες πηγές [φορολογικές, ασφαλιστικές, διοικητικές κλπ], με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πιστή εφαρμογή και τήρηση των κλαδικών ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές. Εν κατακλείδι, κανείς δεν αμφισβητεί την σημασία της επεκτασιμότητας στην διαδικασία καθορισμού των όρων εργασίας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, κανείς δεν δικαιούται να τρέφει αυταπάτες, ότι η επέκταση πολλών ή λίγων κλαδικών ΣΣΕ θα επαναφέρει το καθεστώς των ΣΣΕ στο σημείο, που βρίσκονταν πριν από τα μνημόνια, όσο συνεχίζουν να υφίστανται οι λοιποί νομοθετικοί περιορισμοί, που προαναφέρθηκαν ή θα λύσει με κάποιον μαγικό τρόπο τα προβλήματα της αγοράς εργασίας και των επιχειρήσεων. Γιατί, όσο και εάν ακούγεται κοινότυπο, η μοναδική λύση όχι μόνο για τα εργασιακά προβλήματα αλλά και συνολικά για την χώρα είναι η ανάπτυξη και αυτή, μπορεί να έρθει μόνο μέσα από μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων, μέσα από ελάφρυνση των βαρών στις επιχειρήσεις, μέσα από διευκόλυνση της επιχειρηματικής λειτουργίας.

  • Η Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα είναι δικηγόρος – εργατολόγος. Ειδικεύεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Ως νομικός σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ, έχει αντιπροσωπεύσει πολλάκις την Ομοσπονδία των Δημοσίων Υπαλλήλων στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια και στους Διεθνείς Οργανισμούς.

Διαβάστε από την ίδια:

Η διεκδίκηση αναδρομικών από εργαζόμενους και συνταξιούχους με απλά ελληνικά

Όλες οι αλλαγές που θα επιφέρει η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού