Agrino: Νέες επενδύσεις έως το 2022 και ενίσχυση εξαγωγών

Agrino: Νέες επενδύσεις έως το 2022 και ενίσχυση εξαγωγών

Το 2019 οι καθαρές πωλήσεις της εταιρείας ανήλθαν στο ποσό των 29,3 εκατ. ευρώ

Το μεγαλύτερο επενδυτικό πρόγραμμα της ιστορίας της, συνολικού προϋπολογισμού 10 εκατ. ευρώ, υλοποιεί η ελληνική εταιρεία Agrino από τις αρχές του 2019.

Συγκεκριμένα, όπως ανέφεραν στελέχη της εταιρείας, στο πλαίσιο ενημερωτικής συνάντησης με εκπροσώπους του Τύπου, αποτελείται από τρία επενδυτικά προγράμματα τα οποία έχουν εγκριθεί από το υπουργείο Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και έχει ορίζοντα υλοποίησης το 2022.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Αναστάσιο Πιστιόλα, κύριος στόχος του επενδυτικού πλάνου είναι ο εκσυγχρονισμός του μηχανολογικού εξοπλισμού και των παραγωγικών διεργασιών, η σημαντική αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, η εισαγωγή πρόσθετων αυτοματισμών, η επένδυση στην ψηφιακή τεχνολογία με εισαγωγή νέων προηγμένων λογισμικών, η παραγωγή νέων καινοτόμων προϊόντων που ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες, καθώς και η δημιουργία υποδομών αποθήκευσης και ξήρανσης πρώτων υλών με σκοπό την υποστήριξη της μοναδικής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα ιχνηλασιμότητας σε επίπεδο παραγωγού.

Με την υλοποίηση και ολοκλήρωση των επενδυτικών προγραμμάτων τα επόμενα χρόνια, η εταιρεία έχει ως στόχο τη σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών και της λειτουργικής κερδοφορίας της, με την περαιτέρω ενδυνάμωσή της στην ελληνική αγορά και στις τρεις προϊοντικές κατηγορίες (ρύζια, όσπρια και ρυζογκοφρέτες), με την ανάπτυξη των εξαγωγών και την είσοδο σε νέες αγορές, καθώς και με την παραγωγή νέων καινοτόμων προϊόντων τόσο σε ομοειδή προϊόντα της γκάμας που διαθέτει σήμερα όσο και σε άλλες κατηγορίες τροφίμων.

Το 2019 οι καθαρές πωλήσεις της εταιρείας ανήλθαν στο ποσό των 29,3 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας οργανική ανάπτυξη της τάξεως του 6,3%, ενώ η λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) για την ίδια χρονιά υπερέβη τα 2 εκατ. ευρώ έναντι 1,56 εκατ. ευρώ το 2018. Κατά την περυσινή χρονιά, η Agrino διατήρησε τη 2η θέση στην κατηγορία των οσπρίων, ενώ ανέπτυξε περαιτέρω τα ήδη κυρίαρχα μερίδια της στο ρύζι και τη ρυζογκοφρέτα.

Από τις αρχές του 1990 η εταιρεία έχει ξεκινήσει δυναμικά να εξάγει τα προϊόντα της σε διάφορες αγορές του εξωτερικού, κυρίως στην Ευρώπη και στην Αμερική. Συγκεκριμένα εξάγει σε περισσότερες από 30 χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές, αλλά και στις ΗΠΑ και την Νότιο Αφρική. Πρόσφατα μάλιστα, ξεκίνησε συνεργασία με την Ισλανδία και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου εξάγει τα προϊόντα Agrino. Οι εξαγωγές παρουσιάζουν αύξηση 8% και αντιπροσωπεύουν το 13% του τζίρου της εταιρείας. Σε επίπεδο όγκου οι εξαγωγές ξεπερνούν το 20% με στόχο την επόμενη διετία να ξεπεράσουν το 30%.

Όπως αναφέρθηκε, η διοίκηση επιδιώκει οι εξαγωγές να αντιπροσωπεύουν το 50% του τζίρου της εταιρείας.

Θέλοντας να διευρύνει περαιτέρω το εξαγωγικό της αποτύπωμα η Agrino προσβλέπει στη διείσδυση στις μεγάλες, αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ, καθώς και στις ΗΠΑ, όπου εδώ και 5 χρόνια δρα με μεγάλη έμφαση και σχετική επιτυχία. Παράλληλα, υπάρχει ενδιαφέρον για προσέγγιση νέων αγορών, κυρίως προς τις ολοένα αναπτυσσόμενες χώρες της Ανατολικής Ασίας και την Αυστραλία.

Η Agrino είναι μία 100% ελληνική εταιρία με περισσότερα από 65 χρόνια παράδοσης στην παραγωγή ρυζιού και πάνω από 25 χρόνια στην παραγωγή οσπρίων. Διαθέτει 2 παραγωγικές μονάδες στο Αγρίνιο και την Σίνδο και μία μικρότερη στην Καστοριά για συλλογή και επεξεργασία των γιγάντων-ελεφάντων Καστοριάς ΠΓΕ, καθώς και τρία κέντρα αποθήκευσης και διανομής, σε Αγρίνιο, Αθήνα και Σίνδο.

Έχει εγκατεστημένες 5 γραμμές παραγωγής ρυζιού, συνολικής δυναμικότητας 20 τόνων ανά ώρα, 2 μονάδες υγροθερμικής επεξεργασίας-parboiled δυναμικότητας 3,5 τόνων ανά ώρα και μια μονάδα παραγωγής ρυζιού ταχέως βρασμού, καινοτομική σε παγκόσμιο επίπεδο. Επίσης, διαθέτει μια γραμμή επεξεργασίας οσπρίων δυναμικότητας 5 τόνων ανά ώρα, ενώ η πλέον πρόσφατη είναι η πλήρης μονάδα παραγωγής ρυζογκοφρετών που εγκαταστάθηκε στο εργοστάσιο της Σίνδου, το 2019.

Ο αριθμός των εργαζομένων στις 4 εγκαταστάσεις ανήλθε το 2019 στους 174, παρουσιάζοντας αύξηση 10% σε σχέση με το 2018.