Οι Ελληνες που έχουν χρήμα και το δείχνουν με ...επενδύσεις

Οι Ελληνες που έχουν χρήμα και το δείχνουν με ...επενδύσεις
Η δίψα των ελληνικών επιχειρήσεων για φρέσκο χρήμα που θα βοηθήσει την ανάπτυξή τους

και ο περιορισμός του παραδοσιακού ρόλου των τραπεζών στη χρηματοδότηση της οικονομίας έχει διαμορφώσει ένα νέο γήπεδο στον τομέα του financing στο οποίο φιλοδοξούν να διακριθούν -εκτός από τα ξένα- και τα ελληνικά private equity funds. Νέα πρόσωπα που αναδύθηκαν από τις «στάχτες» του τραπεζικού κλάδου, και παλαιότεροι, έμπειροι παίκτες που αντιλήφθηκαν γρήγορα τις νέες ευκαιρίες στον τομέα της διαχείρισης κεφαλαίων και επενδύσεων ετοιμάζονται για... μεγάλη μπάλα. Πρώτη σέντρα τα 300 εκατ. ευρώ που υπολογίζεται να χορηγηθούν σε μεσαίου βεληνεκούς προγράμματα το επόμενο διάστημα.

ΤΟ ΤΟΠΙΟ. Εδώ και αρκετούς μήνες η εικόνα στον τομέα των επενδύσεων έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει. το επιχειρείν μπορεί συνολικά να μην έχει «σηκώσει κεφάλι», αλλά οι όροι του παιχνιδιού γίνονται σαφείς. Όπως επίσης το ποιος μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, αλλά και το ποιος όχι. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στον τομέα ανάληψης κινδύνου. Την ίδια στιγμή οι περιορισμοί στις τράπεζες για πιστωτική επέκταση εξακολουθούν να δημιουργούν εικόνα ασφυξίας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι τράπεζες λόγω των μνημονιακών υποχρεώσεων είναι υποχρεωμένες όχι μόνο να κρατήσουν χαμηλά τον δανεισμό, αλλά και να πουλήσουν επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και να εκκαθαρίσουν ή να εξυγιάνουν πολλές υπερχρεωμένες εταιρείες και ομίλους που είναι δανεισμένες σε αυτές.
Το «κενό» αυτό σπεύδουν να καλύψουν δυναμικοί fund και wealth managers που μέσα από νέα σχήματα ή την μετεξέλιξη παλιών επιχειρούν να μετατρέψουν την περίσταση σε ευκαιρία για τους επενδυτές τους και για τους ίδιους. Όπλο τους η βαθιά γνώση της αγοράς και του επιχειρηματικού παρασκηνίου και ο στόχος τους διπλός: είτε να μπουν με κρίσιμα ποσοστά σε εταιρείες που χρειάζονται άμεσα φθηνό χρήμα για να επεκταθούν (και οι ίδιοι να ωφεληθούν από την ανάπτυξη), είτε να βρουν τους στρατηγικούς επενδυτές που αναλαμβάνοντας ένα υπολογισμένο ρίσκο θα μπορέσουν να δώσουν φτερά σε «ταλαιπωρημένες» επιχειρήσεις. Όλα βέβαια θα κριθούν στο ταμείο...

ASSETWISE. Παλιός γνώριμος της αγοράς, ως επικεφαλής της Eurobank AEDAK ο Κωστής Μοριανός «επιστρέφει» την περίοδο αυτή με την AssetWise Capital Management σε συνεργασία με τον επίσης γνώριμο Νίκο Παντελάκη της ομώνυμης χρηματιστηριακής. Η Asset Wise έχει επίσημο αντικείμενο τη διαχείριση επενδύσεων με νέα εργαλεία στις διεθνείς αγορές, αλλά κεντρικός της στόχος είναι να προχωρήσει στην ίδρυση επιμέρους funds που θα επενδύουν και θα δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Το επιτελείο της AssetWise πλαισιώνουν γνωστά στελέχη όπως ο Γιάννης Γεωργιάδης πρώην επικεφαλής του private της Εθνικής Τράπεζας, ο Αλέξανδρος Τσουκόπουλος, πρώην στέλεχος της Eurobank, και ο προερχόμενος από τη UBS Νίκος Πίττης.

DECA. Ένα νέο private equity fund έχει στα σκαριά ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Ο επίτιμος πρόεδρος του ΣΕΒ, ο οποίος βέβαια έχει και παλαιότερα... απειλήσει με «ολική επαναφορά» στο επενδυτικό προσκήνιο, χωρίς να το πραγματοποιήσει, δεν έχει εντυπωσιάσει με τις επιδόσεις της λουξεμβουργιανής DAMMA Holdings. Αυτή τη φορά, όμως υποστηρίζει ότι το εννοεί, ιδιαίτερα καθώς το νέο σχήμα που ονομάζεται DECA έχει καταθέσει και αίτηση άδειας στην Κεφαλαιαγορά. Η DECA θα κινηθεί στο χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που τα βασικά τους μεγέθη υπόσχονται ταχεία ανάπτυξη και θα τις χρηματοδοτεί με φθηνά κεφάλαια. Η αρχική σκέψη είναι να συγκεντρωθεί ένα «πουγκί» 100 εκατ. ευρώ και για να διατεθεί για χρηματοδοτήσεις της τάξης των 10-20 εκατ. ευρώ ανά περίπτωση. Κεντρικό ρόλο στο εγχείρημα θα έχει ο προερχόμενος από την Διεθνική και την NΒG Asset Management Γιώργος Παπουτσής που έχει περάσει από ετών στο δυναμικό της DAMMA και ενδεχομένως ο Παντελής Οικονόμου.
Το ερώτημα βέβαια είναι τι «μπορεί» ο ίδιος ο Δασκαλόπουλος. Το 2012 η έκθεση της Damma στα ελληνικά ομόλογα με 110 εκατ. ευρώ όχι μόνο προκάλεσε τις γκρίνιες των συνεπενδυτών του, αλλά διαμόρφωσε μία ισχυρή πηγή αμφισβήτησης για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο. Έκτοτε η μόνη «κίνηση» που είχε να επιδείξει ο «επίτιμος» η εξαγορά του 5% της Κορρές, οι άκαρπες προσπάθειες διεκδίκησης της Ελαΐδας και η απόκτηση του 34% της Ελληνικής Ζυθοποιίας Αταλάντης έναντι 2,5 εκατ. Ίσως σοβαρότερη να είναι η πιο πρόσφατη κίνηση στην αγορά της νέας τεχνολογίας LED, με την ιταλική Sirecled, σε συνεργασία με τον Γιώργο Δαυίδ της 3Ε και την V+O των Βαρβιτσώτη – Ολύμπιου.

Οι στρατηγικές και τα... στοιχήματα

Αναμφίβολα περισσότερα αναμένουν στην αγορά από έναν «παλιό» γνώριμο. Ο λόγος για τον κ. Άγγελο Πλακόπηττα της Global Finance. Ο επενδυτής, ο οποίος μετά την περιπέτεια της Νίκας πήρε το αίμα του πίσω με την Ευρωκλινική, βγάζοντας στον ανταγωνισμό ένα νοσοκομείο-μοντέλο, έχει μια εντελώς αντίθετη στρατηγική. Το επενδυτικό σχήμα το οποίο ετοιμάζει θα έχει και αυτό κεντρικό κεφάλαιο της τάξης των 100 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά θα διοχετεύεται σε εταιρείες με ανταγωνιστικά προϊόντα οι οποίες βρέθηκαν όμως να έχουν μεγάλο δανεισμό. Κεφάλαια σχεδιάζεται να διοχετευθούν και σε επιχειρήσεις που διαθέτουν έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα εφόσον η κίνηση υποστηρίζεται και από τις τραπεζικές αναγκαιότητες.

BC PARTNERS. Κι ενώ στην αγορά πέφτουν μέχρι και... στοιχήματα σχετικά με τον πιο μοντέλο θα είναι αποδοτικότερο, πολλοί περιμένουν την επαναδραστηριοποίηση του Νίκου Σταθόπουλου της BC Partners στα ελληνικά πράγματα. Άλλωστε ο πρωταγωνιστής των deals της TIM (νυν Wind Hellas) και του Hyatt (Καζίνο Πάρνηθας) διαπιστώνει ότι οι κίνδυνοι της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεωκοπίας της χώρας (που αποτέλεσαν και τους λόγους για τους οποίους κράτησε «απόσταση» κατά τα προηγούμενα χρόνια η BCP) έχουν παρέλθει...
EUROCORP. Fund ετοιμάζει και η Eurocorp του Ίωνα Κουφοπαντελή. Εδώ το επίκεντρο είναι οι ελληνικές μετοχές και στόχος οι υψηλές μερισματικές αποδόσεις.
Στο ερώτημα τι μπορούμε να περιμένουμε η απάντηση είναι «πολλά», άλλωστε σε ακόμη πιο δύσκολες περιόδους μέσα στην κρίση του 2012-13 χρηματιστηριακές όπως η Euroxx, η Beta, και η Solidus μπόρεσαν να μαζέψουν περισσότερα από 300 εκατομμύρια ευρώ.