Η Κομισιόν ενέκρινε το remdesivir αλλά οι ΗΠΑ... σήκωσαν τα αποθέματα

Η Κομισιόν ενέκρινε το remdesivir αλλά οι ΗΠΑ... σήκωσαν τα αποθέματα

Η άδεια για τη χρήση της ρεμδεσιβίρης δόθηκε μία εβδομάδα μετά τη σχετική σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε σήμερα «άδεια κυκλοφορίας υπό αίρεση» στο αντιικό φάρμακο ρεμδεσιβίρη για τη θεραπεία ασθενών με σοβαρά συμπτώματα covid-19.

«Δεν θα φεισθούμε καμίας προσπάθειας να αποκτήσουμε αποτελεσματικές θεραπείες ή εμβόλια κατά του κορονοϊού», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Ευρωπαία επίτροπος Υγείας Στέλλα Κυριακίδου.

«Η σημερινή παροχή άδειας κυκλοφορίας στο πρώτο φάρμακο για την αντιμετώπιση της covid-19 είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στη μάχη κατά αυτού του ιού», πρόσθεσε.

«Δίνουμε την άδεια λιγότερο από ένα μήνα μετά την υποβολή της αίτησης, αποδεικνύοντας ξεκάθαρα την αποφασιστικότητα της ΕΕ να αντιδρά γρήγορα μόλις διατίθενται νέες θεραπείες», επεσήμανε η Κυριακίδου.

Η άδεια για τη χρήση της ρεμδεσιβίρης (remdesivir) δόθηκε μία εβδομάδα μετά τη σχετική σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ), ενώ κανονικά χρειάζονται 67 ημέρες.

Η έγκριση της Κομισιόν ωστόσο δίνεται με καθυστέρηση, καθώς την Πέμπτη έγινε γνωστό πως οι ΗΠΑ έχουν «σηκώσει» όλα τα αποθέματα remdesivir για το ερχόμενο τρίμηνο. Όπως σημειώνουν ερευνητές που μίλησαν για το θέμα στον Guardian, δεν υπάρχει απόθεμα του φαρμάκου διαθέσιμο στην αγορά για την Ευρώπη.

Το remdesivir παρασκευάζεται από την Gilead και εκτιμάται ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αγοράσει περισσότερες από μισό εκατ. δόσεις του φαρμάκου, ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί για κλινικές δοκιμές περίπου 140.000 δόσεις. Ο Αμερικανός υπουργός Υγείας Αλεξ Αζάρ τόνισε πως η κυβέρνηση Τραμπ θα κάνει ό,τι είναι δυνατό για να διασφαλίσει την πρόσβαση των Αμερικανών ασθενών σε αποτελεσματικές θεραπείες.

Το remdesivir αποτελεί κατοχυρωμένη ευρεσιτεχνία της Gilead και είχε χρησιμοποιηθεί, χωρίς την αναμενόμενη όμως επιτυχία, εναντίον του ιού Έμπολα. Υπολογίζεται πως μια αποτελεσματική θεραπεία χρειάζεται έξι δόσεις του φαρμάκου, με καθεμία να κοστολογείται στα 500 δολάρια περίπου.