Οι δύσκολες «μάχες» σε Άμστερνταμ και Βερολίνο - Τι περιμένει η ελληνική πλευρά

Οι δύσκολες «μάχες» σε Άμστερνταμ και Βερολίνο - Τι περιμένει η ελληνική πλευρά
Στις δύσκολες «έδρες» της Ευρωζώνης, Άμστερνταμ και Βερολίνο θα δοκιμαστούν σήμερα και αύριο οι ελληνικές προτάσεις για την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης.

Η σημερινή συνάντηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου με τον ολλανδό ομόλογό του Γερούν Νταισελμπλουμ αλλά και η αυριανή με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σοϊμπλε θα αποτελέσουν τα δυσκολότερα «crash test» τόσο ενόψει του Eurogroup της Πέμπτης όσο και ενόψει της επίσημης έναρξης της διαδικασίας της αξιολόγησης η οποία αναμένεται να ξεκινήσει την επόμενη εβδομάδα με την έλευση του κουαρτέτου στην Αθήνα.

Στα κρίσιμα θέματα που αναμένεται να πέσουν στο τραπέζι κατά τη διάρκεια του διημέρου, περιλαμβάνονται, εκτός από το ασφαλιστικό, οι μακροοικονομικές εκτιμήσεις για την περίοδο μέχρι το τέλος του 3ου μνημονίου δηλαδή μέχρι το τέλος του 2018 –η ελληνική πλευρά πρέπει να καταθέσει το μεσοπρόθεσμο για την περίοδο 2016-2019 και σε αυτό να εντάξει τα πρόσθετα μέτρα που θα πρέπει να λάβει για την περίοδο 2017-2018- αλλά και ο ρόλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.

Τα δύο θέματα –μακροοικονομικές προβλέψεις και ρόλος ΔΝΤ- δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Ενεργός συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα υπέρ της οποίας τάχθηκε πρόσφατα ο επικεφαλής του Eurogroup ενώ αντίστοιχες δηλώσεις έκανε χθες και ο Φινλανδός υπουργός Οικονομικών θα υπάρξει αν ικανοποιηθεί και η πλευρά του Ταμείου όσον αφορά στα πρόσθετα μέτρα που ζητάει για να επιτευχθεί ο βασικός στόχος του πλεονάσματος (3,5% για το 2018).

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητάει περισσότερα μέτρα από την ελληνική πλευρά και «γενναία» διευθέτηση του ελληνικού χρέους από την πλευρά των Ευρωπαίων προκειμένου να συμμετέχει ενεργά στο 3ο πρόγραμμα καλύπτοντας με δικά του κεφάλαια μέρος της χρηματοδότησης το συνολικό ύψος της οποίας εκτιμάται πλέον κοντά στα 70 δις. ευρώ από τα 86 δις. ευρώ που ήταν αρχικά.

Στους τέσσερις πρώτους σταθμούς της περιοδείας τους –Ρώμη, Λισαβόνα, Παρίσι και χθες Ελσίνκι- ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έτυχε θετικής υποδοχής. Χθες, ο υπουργός Οικονομικών της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ χαιρέτησε την πρόοδο που έχει κάνει η Ελλάδα στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων «δηλώνοντας πολύ χαρούμενος που η Αθήνα εφαρμόζει όσα έχουν συμφωνηθεί». Ο κ. Στουμπ αναφέρθηκε προσωπικά και στον Τσακαλώτο μιλώντας για «έναν εξαιρετικό συνάδελφο με τον οποίο υπάρχει πολύ καλή συνεργασία».

Επίσης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση υποστήριξε ότι ουσιαστικά το ενδεχόμενο ενός Grexit είναι εκτός ατζέντας αυτή τη στιγμή. Αυτό δεν σημαίνει ότι έλειψαν και οι προτροπές για συνέχιση των προσπαθειών: «η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διανύσει ακόμη πολύ δρόμο» υποστήριξε ο κ. Στουμπ ενώ κληθείς να σχολιάσει το ενδεχόμενο συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα επανέλαβε την πάγια θέση της Φινλανδίας για την αναγκαιότητα συμμετοχής του ταμείου «εργαζόμαστε για να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα» σχολίασε ο Φινλανδός υπουργός Οικονομικών.

Η σημερινή συνάντηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου με το κ. Νταϊσενμπλουμ αναμένεται να ολοκληρωθεί αργά σήμερα το βράδυ ώρα Ελλάδας. Έχοντας ταχθεί δημοσίως υπέρ της όσο το δυνατόν ταχύτερης ολοκλήρωσης της διαδικασίας της 1ης αξιολόγησης προκειμένου στη συνέχεια να ξεκινήσει και η συζήτηση για το χρέος, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών θα περιμένει σήμερα να ακούσει στη κατ’ ιδίαν συζήτηση με τον Ολλανδό ομόλογό του ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο ο επικεφαλής του Eurogroup …έσπρωξε πίσω στο χρόνο την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης (μίλησε για διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες) πριν καν ξεκινήσουν επισήμως οι συζητήσεις.

Επίσης, σήμερα και αύριο, ο Έλληνας υπουργός θα περιμένει να σχηματίσει σαφέστερη εικόνα σχετικά με το ποιες είναι οι προθέσεις Γερμανών και Ολλανδών όσον αφορά στο ασφαλιστικό αλλά και στο ύψος των πρόσθετων μέτρων που θα ζητηθούν όχι μόνο για το 2016 (σ.σ το αν θα υπάρξει αίτημα για νέα μέτρα και μέσα στο 2016 δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει) αλλά κυρίως για το 2017-2018.

Το ασφαλιστικό

Όσον αφορά στο ασφαλιστικό, είναι ανοικτό το ενδεχόμενο οι εκπρόσωποι των τεσσάρων θεσμών να ζητήσουν ακόμη χαμηλότερους συντελεστές αναπλήρωσης για τον υπολογισμό των νέων συντάξεων κάτι που αν επιβεβαιωθεί θα ρίξει σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα τις συντάξεις που θα δοθούν μετά την 1/1/2016.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε χθες ότι η αξιολόγηση της ελληνικής πρότασης για το ασφαλιστικό συνεχίζεται ενώ ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτης Σχοινάς χαρακτήρισε «εικασίες» τα όσα έχουν γραφτεί αναφορικά με τη στάση των θεσμών για το ασφαλιστικό. Σε κάθε περίπτωση, παρέπεμψε για περισσότερα στην επίσημη διαπραγμάτευση με το «κουαρτέτο». Τις δικές της μακροοικονομικές εκτιμήσεις για τις οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρει ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων ολοκληρώνει και η ελληνική πλευρά (σ.σ ήδη το υπουργείο Εργασίας βρίσκεται στη διαδικασία ολοκλήρωσης αναλογιστικής μελέτης η οποία θα «μετρήσει» τις επιπτώσεις στη συνταξιοδοτική δαπάνη από την νέα αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού). Σε δύο σημεία θα κριθεί κατά κύριο λόγο η ελληνική πρόταση για το ασφαλιστικό:

Πρώτον σχετικά με το κατά πόσο μπορεί με τα μέτρα που προτείνονται –και κυρίως με την αύξηση των συντελεστών υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών- να μειωθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη το 2016 κατά 1% του ΑΕΠ ή κατά 1,7 δις. ευρώ. Ο πίνακας με τα μέτρα που προτείνει η ελληνική πλευρά (περικοπή ΕΚΑΣ, αύξηση εισφορών, μείωση επιδόματος ΜΤΠΥ, μείωση εφάπαξ κλπ) έχει ήδη μπει στο μικροσκόπιο των θεσμών.

Δεύτερον σχετικά με το κατά πόσο ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων υπηρετεί τον βασικό μακροπρόθεσμο στόχο που είναι η διατήρηση της δαπάνης κάτω από το 15% του ΑΕΠ. Αν από τις μετρήσεις που γίνονται και από τις δύο πλευρές κριθεί ότι μέχρι το 2060 η δαπάνη θα διατηρηθεί πάνω από το όριο του 15% παρά τις περικοπές στις νέες συντάξεις, τότε θα ζητηθεί από την ελληνική πλευρά να αναμορφώσει την πρότασή της εφαρμόζοντας ακόμη χαμηλότερους συντελεστές αναπλήρωσης. Ο κίνδυνος για την ελληνική πλευρά να μην περάσει η ελληνική πρόταση από το βασικό crash test συνίσταται κυρίως στο κατά πόσο μπορεί να διατηρηθούν οι υψηλοί συντελεστές (ακόμη και άνω του 70-80%) για όσους έχουν λίγα χρόνια προϋπηρεσίας και μικρές αποδοχές. Μια από τις αντιρρήσεις που αναμένεται να συναντήσει η ελληνική πλευρά, συνίσταται στο ότι το προτεινόμενο σύστημα είναι πολύ γενναιόδωρο για τους χαμηλοσυνταξιούχους ενώ μειώνει το κίνητρο παραμονής στην αγορά εργασίας και ασφάλισης για όσους έχουν υψηλότερες αποδοχές.