Τα πρωτογενή πλεονάσματα και πώς επηρεάζουν (συνήθως αδειάζουν) την τσέπη μας

Τα πρωτογενή πλεονάσματα και πώς επηρεάζουν (συνήθως αδειάζουν) την τσέπη μας
Αν δεν ήταν η πολυετής κρίση, την έννοια "πρωτογενή πλεονάσματα" θα την ήξεραν μόνο οι οικονομολόγοι και μερικές χιλιάδες φοιτητές οικονομικών σχολών. Να όμως που έχει εξοικειωθεί ένας λαός ολόκληρος. Θα είναι στο 3,5% το πρωτογενές πλεόνασμα; Θα είναι λιγότερο; Έχουμε υπέρβαση; Υπάρχει δημοσιονομικό κενό; Κι όμως από τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα εν πολλοίς εξαρτάται ποιος θα είναι ο καθαρός μισθός μας από την 1η Ιανουαρίου του 2019, ποια θα είναι η σύνταξή μας και ποια από τα "θετικά μέτρα" που θέλει να προωθήσει η κυβέρνηση μπορεί να υλοποιηθούν. 

Σε καθοριστικό παράγοντα για την πορεία των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς αναδεικνύονται για μια ακόμη φορά τα πρωτογενή πλεονάσματα καθώς από αυτά θα κριθεί το ύψος των μέτρων που θα εφαρμοστούν από την 1/1/2019 αλλά και το αν θα ενεργοποιηθούν και σε ποιο βαθμό τα αντίμετρα. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει και σοβαρό ενδεχόμενο τα πλεονάσματα να αναδειχθούν και σε βασικό αίτιο περαιτέρω καθυστέρησης στην επίτευξη συμφωνίας. Ειδικά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το οποίο παρατηρούνται και οι μεγαλύτερες διαφορές όσον αφορά στις οικονομικές επιδόσεις της χώρας, δύσκολα θα αποδεχτεί τις προβλέψεις της ελληνικής πλευράς ότι το πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί ακόμη και να ξεπεράσει το 3,5% το 2019 –κυβερνητικά στελέχη ανεβάζουν τον πήχη ακόμη και πάνω από το 3,8%- χωρίς καν να επιβληθούν νέα δημοσιονομικά μέτρα όπως η μείωση του αφορολογήτου ή η περικοπή των συντάξεων. «Κομβικό σημείο» θα είναι η ανακοίνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και την Eurostat στις 24 Απριλίου, μια ημέρα μετά την Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ. Αν τελικώς επιβεβαιωθεί η εκτίμηση ότι το ΔΝΤ θα… περιμένει τη Eurostat τότε θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη η χρονική μετάθεση της τελικής συμφωνίας για τον Μάιο.

H εικόνα με τα πρωτογενή πλεονάσματα, με βάση τις πληροφορίες που προέρχονται από στελέχη που έχουν εικόνα για την πορεία των διαπραγματεύσεων, διαμορφώνεται ως εξής:

  1. Η ελληνική πλευρά, εκτιμά ότι η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat θα οριστικοποιήσουν το –κατά μνημόνιο- πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 λίγο πάνω από το 3% του ΑΕΠ κάτι που σημαίνει ότι αυτό θα διαμορφωθεί ενδεχομένως και πάνω από τα 5 δις. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι στο κατά μνημόνιο πρωτογενές πλεόνασμα δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών (σ.σ ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν σημαντικές δαπάνες μέσα στο 2016) αλλά και οι εισπράξεις από τα ANFAs, τα SMPs ή από πωλήσεις μετοχών που επίσης δεν έγιναν ή ήταν ελάχιστες μέσα στο 2016. Οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν σχεδόν αποδεχτεί τις ελληνικές θέσεις, το ΔΝΤ έχει μετακινηθεί προς το θετικότερο από την αρχική του θέση που διαμόρφωνε το πρωτογενές πλεόνασμα στο 0,9% αλλά απόλυτη συμφωνία για τα δεδομένα του 2016 δεν έχει επιτευχθεί. Έτσι, είναι πολύ πιθανό, το θέμα να παραμείνει ανοικτό μέχρι να πιστοποιηθούν τα στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία.
  2. Στη «βάση» των 5 δις. ευρώ που εκτιμάται από την ελληνική πλευρά ότι θα είναι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016, προστίθενται οι αποδόσεις των νέων μέτρων που έχουν ενεργοποιηθεί από την 1/1/2017 (σ.σ αυξήσεις έμμεσων φόρων σε καύσιμα, τσιγάρα, καφέδες, τηλεφωνία κλπ) όπως και αυτών που θα ισχύσουν από το 2018 (π.χ ενεργοποίηση του τέλους διανυκτέρευσης από την 1/1/2018). Αφαιρούνται τα μέτρα που απέδωσαν μέσα στο 2016 αλλά είχαν εφάπαξ χαρακτήρα και γίνεται η πρόβλεψη για την εξέλιξη του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018 και το 2019. Με αυτή τη μεθοδολογία, η ελληνική πλευρά προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα ξεπεράσει το 3,5% το 2018 χωρίς επιπλέον μέτρα. Πληροφορίες που μετέδωσε την Τρίτη το Bloomberg ανέβαζαν το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,3% για το 2019 και στο 4,5% για το 2020, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο αν αυτή η επίδοση προκύπτει λαμβανομένης υπόψη και της μείωσης της έκπτωσης φόρου από τα 1900 ευρώ που είναι σήμερα στα 1300 ευρώ. Για το 2018, το ΔΝΤ δεν έχει πειστεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα φτάσει στο 3,5% ενώ μέχρι πρότινος υποστήριζε ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει το 1,5% του ΑΕΠ. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο ζητά πρόσθετα μέτρα 2% του ΑΕΠ προκειμένου να κλειδώσει ο στόχος του 3,5%.

Ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019 και μετά θα είναι ένα από τα τελευταία τμήματα της συμφωνίας που θα πρέπει να κλείσει στο Eurogroup. Με βάση την ενημέρωση που φέρεται να έκανε και στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, δύο είναι αυτή τη στιγμή τα σενάρια που βρίσκονται πάνω στο τραπέζι: η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3% του ΑΕΠ για πέντε χρόνια δηλαδή μέχρι και το 2023 ή η εκτέλεση προϋπολογισμών με πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για τρία χρόνια μέχρι και το 2021.

Από τον στόχο που θα επιλεγεί, θα εξαρτηθεί και ο προϋπολογισμός των μέτρων που θα ενεργοποιηθούν από την 1/1/2019. Αν ο πήχης ανέβει στο 3,5%, τότε θα χρειαστούν μέτρα 2% του ΑΕΠ τα οποία όμως θα υπολογιστούν επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του 2019. Αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για ανάπτυξη το 2017 και το 2018, το ΑΕΠ του 2019 θα προσεγγίζει τα 200 δις. ευρώ και το πακέτο των μέτρων τα 4 δις. ευρώ. Με το ΑΕΠ στα 200 δις. ευρώ, η χώρα θα πρέπει να εμφανίζει πλεόνασμα περίπου 7 δις. ευρώ για το 2019, το 2020 και το 2021 (εφόσον επιλεγεί η συνταγή τριετίας). Αν το καλοκαίρι του 2018 εκτιμηθεί ότι το πλεόνασμα του 2019 θα ξεπεράσει τα 7 δις. ευρώ δεδομένου ότι από την 1/1/2019 θα γίνει και η μείωση του αφορολογήτου στα 5910 ευρώ, τότε θα επιτραπεί και η ενεργοποίηση μέρους των αντίμετρων πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα πέσει κάτω από τα 7 δις. ευρώ.