Οι «γέφυρες»  μεταξύ νομικής και οικονομικής σκέψης δημιουργούν αξία

Οι «γέφυρες»  μεταξύ νομικής και οικονομικής σκέψης δημιουργούν αξία

Σε ένα κόσμο και μια καθημερινότητα που συνεχώς εξελίσσεται και εμπλουτίζεται με νέες έννοιες, τεχνικές, πρακτικές και μεθοδολογίες, απαιτείται πολύς χρόνος ενημέρωσης και απαραίτητη εξειδίκευση και τεχνογνωσία για την κατανόηση, αλλά κυρίως την αξιολόγηση και τη στάθμισή αυτών στην εφαρμογή τους.

Συνεπώς, πόσο εύκολη είναι η διαμόρφωση οικονομοτεχνικά εμπεριστατωμένης γνώμης για την επιστημονική τοποθέτηση στο πλαίσιο αυτό ενός νομικού / δικαστικού; Αν το προαναφερόμενο πρόβλημα αφορά τον επαγγελματία, πόσο μάλλον εκείνον ο οποίος διεκδικεί το δίκιο του, ασχέτως του γνωστικού επιπέδου και μόρφωσης την οποία έχει;

Ως αποτέλεσμα τίθεται το ερώτημα, μπορεί να “διασφαλισθεί” επαρκώς και επιστημονικά τεκμηριωμένα η βασιμότητα και πληρότητα της αντίστοιχης υπό αμφισβήτηση ή διεκδίκηση οικονομικής αξίας;

Στο πλαίσιο αυτό, με ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία προκύπτει η συνειδητοποίηση του πως δυνητικά προσεγγίζονται και αντιμετωπίζονται προβλήματα ειδικότερων χαρακτηριστικών της καθημερινότητας; Ενδεικτικά :

  • χρηματοοικονομικά προϊόντα και χρηματιστηριακές αγορές,
  • ασφαλιστικά προϊόντα / θέματα δικτύων και τρόποι αμοιβής αυτών από τις ασφαλιστικές εταιρείες,
  • εταιρική διακυβέρνηση / κανόνες και μέθοδοι εσωτερικού ελέγχου και οργάνωσης εταιρειών,
  • αποτιμήσεις συμμετοχών σε κοινά επιχειρηματικά σχήματα, τα οποία πρόκειται να διαχωριστούν.

Τελευταίο και ιδιαίτερα σημαντικό, η θεωρητική κατάρτιση και γνώση αποτελεί απαραίτητα από μόνη της και την αναγκαία συνθήκη;

Η καθημερινή πρακτική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι η έλλειψη μακροχρόνιας επαγγελματικής ενασχόλησης, συνδυαστικά με τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις και εξειδικεύσεις, δεν δίνει τη δυνατότητα στον νομικό / δικαστικό / τρίτο είτε ως εναγόμενο είτε ως ενάγοντα, στη διαπίστωση, αξιοποίηση και ανάδειξη επί μέρους ουσιαστικών και καθοριστικών στοιχείων στο πλαίσιο των προαναφερομένων, για την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης που τον απασχολεί.

Ως αποτέλεσμα και μεταφορικά θα μπορούσε να αναφερθεί ότι, όπως στις αστυνομικές σειρές και σε ένα έγκλημα, σε επί μέρους στοιχεία που υπάρχουν στον τόπο του εγκλήματος τοποθετούνται σημάνσεις / αριθμημένες για τη περαιτέρω αξιολόγηση, έτσι και σε οποιαδήποτε οικονομικής υφής νομική υπόθεση (συνεπώς, στο μεγαλύτερο μέρος αυτών), αν δεν υπάρξει η εξειδικευμένη προσέγγιση, σχεδόν πάντα, επί μέρους στοιχεία μένουν αναξιοποίητα, παρά το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές στα στοιχεία αυτά κρύβονται πολύτιμες και καθοριστικές πληροφορίες οι οποίες μπορούν να αλλάξουν την έκβαση της υπόθεσης.

Συμπερασματικά και με δεδομένο ότι, η δικαστική αρχή κατά την κρίση της, ανάλογα με την υφή και τη δυσκολία του υπό διερεύνηση θέματος, μπορεί να ορίσει δικαστικό πραγματογνώμονα από τις εγκεκριμένες λίστες, στην περίπτωση του νομικού στον οποίο καταφεύγει ο ενάγων / εναγόμενος, θα πρέπει να εισηγείται στον πελάτη του την ανάγκη πρόσθετης εξειδικευμένης βοήθειας για την πληρέστερη και καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση του θέματος του.

Δεν πρέπει να παραβλεφθεί τελικά ότι, αυτή η “γέφυρα” μεταξύ νομικής - οικονομικής σκέψης και πρακτικής, δημιουργεί πάντα υπηρεσία προστιθέμενης αξίας για τον κάθε δυνητικό πελάτη και στο τέλος της ημέρας, είτε στη βάση ικανοποίησης της διεκδίκησής του ως ενάγων, είτε απομείωσης της επίπτωσης της ως εναγόμενος, η ικανοποίηση και αναγνώριση του επιστρέφει στο πρόσωπο του νομικού που αρχικά εκείνος επέλεξε.

Ο Νίκολαος Φιοράντης της “BFES Consulting, είναι οικονομολόγος - δικαστικός πραγματογνώμονας -τεχνικός σύμβουλος και εμπειρογνώμονας.