Economist: Το «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις Ελλάδας - ΕΕ είναι οι συντάξεις

Economist: Το «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις Ελλάδας - ΕΕ είναι οι συντάξεις
Το «αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της δεν είναι άλλο από αυτό των συνάξεων, εκτιμά το βρετανικό περιοδικό Economist.

Όπως σημειώνει το άρθρο, οι Ελληνες ξοδεύουν για συντάξεις περισσότερα από κάθε άλλον στην Ευρώπη, αναλογικά με το ΑΕΠ. Ήτοι το 17,5% του ΑΕΠ το 2012, έναντι δαπάνης του 12,3% του ΑΕΠ στη Γερμανία που είναι και ο Νο1 πιστωτής της Ελλάδας. Τα δαπανόμενα ποσά είναι σχεδόν διπλάσια από αυτά που ξοδεύουν για συντάξεις οι Σλοβάκοι, εκ των αυστηρότερων επικριτών της Ελλάδας.

Η Γερμανία, σημειώνεται, μόλις πρόσφατα προώθησε μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό, διευρύνοντας τα όρια ηλικίας από τα 65 στα 67 το διάστημα μεταξύ 2012 και 2029. Αυτό έκανε ακόμα πιο απρόθυμους τους Γερμανούς να βάλουν το χέρι βαθύτερα στην τσέπη για να βοηθήσουν μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να παίρνουν πρόωρες, γενναίες συντάξεις.

Μια μεγάλη αναμόρφωση το 2010, περιόρισε τις κυβερνητικές υποσχέσεις που θα προκαλούσαν την εκτόξευση των δαπανών για τις συντάξεις στο 25% του ΑΕΠ μέχρι το 2050, συνεχίζει το άρθρο και προσθέτει πως τα όρια ηλικίας αυξήθηκαν στα 67 έτη από το 2013, ενώ οι συντάξεις μειώθηκαν με την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης.

«Παρ' όλα αυτά, οι μεταρρυθμίσεις δεν προχώρησαν όσο θα έπρεπε», σχολιάζει ο Economist και αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως τα παραθυράκια για πρόωρη συνταξιοδότηση. Παράλληλα, δεν υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ εισφορών και πλεονεκτημάτων που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα.

«Το σύστημα δεν είναι δίκαιο»

Επιπλέον, τονίζει ότι παρά το γεγονός πως η αναθεωρημένη λίστα περιλαμβάνει τη δέσμευση για μείωση των πρόωρων συντάξεων, ωστόσο οι πιστωτές της Ελλάδας θέλουν να δουν ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία και αυτό θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο.

«Το ποσοστό των ατόμων μεταξύ 55-64 ετών που εργάζονται στην Ελλάδα ήταν μόλις το 36% για το 2013, ασυνήθιστα χαμηλό, ενώ στη Γερμανία ήταν 63%. Και καταλήγει λέγοντας ότι υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν.

Αξιολόγηση