Ανάπτυξη στο 2,4% για το 2020 βλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος

Ανάπτυξη στο 2,4% για το 2020 βλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει, αν και με σχετικά συγκρατημένους ρυθμούς ανάπτυξης λόγω της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του σε συνέδριο της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων.

Η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος είναι για ετήσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 2,3% το δεύτερο εξάμηνο του 2019, και 1,9% για το σύνολο του έτους, ενώ για το 2020, προβλέπει ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 2,4%, σημείωσε ο Γ. Στουρνάρας. Η πρόβλεψη της τράπεζας για το επόμενο έτος είναι χαμηλότερη από το 2,8% που προβλέπει η κυβέρνηση στον προϋπολογισμό του 2020.

Στην ομιλία του ο Γ. Στουρνάρας τόνισε μεταξύ άλλων πως η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας λόγω του εμπορικού προστατευτισμού επηρεάζει τις εξαγωγές και τη βιομηχανική παραγωγή. Ειδικότερα:

  • Οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα αυξήθηκαν την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019 κατά 5% σε σταθερές τιμές, έναντι 11% την ίδια περίοδο του 2018, ενώ οι εξαγωγές καυσίμων παρουσίασαν μείωση.
  • Η προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας (δείκτης βιομηχανικής παραγωγής) αυξήθηκε με επιβραδυνόμενο ρυθμό την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019 (0,8%, έναντι 1,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2018), ακολουθώντας την επιβράδυνση της βιομηχανικής παραγωγής στη ζώνη του ευρώ.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή παρατηρούμε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά μηνύματα από το εσωτερικό, όπως η συνεχιζόμενη ανάκαμψη της αγοράς εργασίας και η επιτάχυνση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, η σημαντική αύξηση των επενδύσεων των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και η αύξηση της αποταμίευσης και της εξωτερικής χρηματοδότησης. Η πορεία αυτών των δεικτών υποδηλώνει σημαντική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση.

Ειδικότερα:

  • Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 4,2% το α΄ εξάμηνο του 2019, δηλαδή με τον υψηλότερο ρυθμό από την αντίστοιχη περίοδο του 2007. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης.
  • Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος συνέβαλε στην αντιστροφή της έντονης πτωτικής τάσης των αποταμιεύσεων, η οποία επιβεβαιώνεται και από τη σταδιακή αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών
  • Οι ακαθάριστες επενδύσεις κεφαλαίου του ιδιωτικού τομέα στην πραγματική οικονομία υπερδιπλασιάστηκαν το β΄ τρίμηνο του 2019, συγκριτικά με το χαμηλό επίπεδο του 5,0% του ΑΕΠ στο τέλος του 2015, και ανέρχονται πλέον σε 10,7% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Ταυτόχρονα, ο καθαρός σχηματισμός κεφαλαίου για τις επιχειρήσεις γίνεται θετικός από το τέλος του 2018, ενισχύοντας την παραγωγική κεφαλαιακή βάση για πρώτη φορά μετά από εννέα έτη. Το ίδιο διάστημα, η συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα σημείωσε σταθερή βελτίωση ως απόρροια της αύξησης τόσο της «εσωτερικής χρηματοδότησης» από ιδίους πόρους όσο και της «εξωτερικής χρηματοδότησης», η οποία ενισχύθηκε από την αυξημένη προσφυγή στις εγχώριες και διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Επιπλέον, o δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώνεται στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί εδώ και πολλά χρόνια και οι συνθήκες χρηματοδότησης και ρευστότητας των τραπεζών έχουν βελτιωθεί. Ειδικότερα:

  • Οι εισροές καταθέσεων συνεχίζονται. Από τις αρχές του 2018 έως το τέλος Σεπτεμβρίου 2019 έχουν επιστρέψει στις τράπεζες εγχώριες ιδιωτικές καταθέσεις ύψους 12,7 δισεκ. ευρώ.
  • Οι τραπεζικές χορηγήσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις κατέγραψαν δωδεκάμηνο ρυθμό αύξησης 2,2% το Σεπτέμβριο του 2019. Ωστόσο, οι θετικοί ρυθμοί μεταβολής αφορούν μόνο τις χορηγήσεις προς μεγάλες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να αυξάνονται, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων αποκλιμακώθηκαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα έχει ενισχυθεί σημαντικά και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων καταργήθηκαν πλήρως από 1ης Σεπτεμβρίου.

Η θετική έως τώρα πορεία οδήγησε στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου από την Standard and Poor’s σε ΒΒ- από Β+ με θετικές προοπτικές, ενώ και ο οίκος αξιολόγησης DBRS βελτίωσε τις προοπτικές της οικονομίας σε θετικές από σταθερές. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η οικονομική δραστηριότητα θα αυξηθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά 2,3% το δεύτερο εξάμηνο του 2019 και κατά 1,9% συνολικά για το έτος, ενώ αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω το 2020 στο 2,4% παρά την αναμενόμενη επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό οφείλεται στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης καθώς η οικονομία ανακάμπτει από τη μακρά ύφεση, γεγονός που, σε ένα βαθμό, αντισταθμίζει την αρνητική επίδραση της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας.

Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων την προσεχή περίοδο:

  • Το υψηλό δημόσιο χρέος (του οποίου βεβαίως η βιωσιμότητα βελτιώθηκε σημαντικά και θεωρείται εξασφαλισμένη μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup από το 2012 έως το 2018) δημιουργεί αβεβαιότητα σε μακροπρόθεσμη βάση (μετά το 2030) στην περίπτωση εξωγενών κλυδωνισμών όπως είναι μια διεθνής παρατεταμένη ύφεση ή μια άνοδος των επιτοκίων.
  • Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που χειροτέρευσε με τις πρώτες ενδείξεις οικονομικής ανάπτυξης παρά την ύπαρξη αρνητικού παραγωγικού κενού, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση. Αυτό υποδηλώνει κυρίως την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.
  • Το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας και η προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση (λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της εξερχόμενης μετανάστευσης) επηρεάζουν αρνητικά τη δυνητική ανάπτυξη και δημιουργούν προβλήματα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
  • Τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, που συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο τεχνολογικής υστέρησης και ψηφιακού αναλφαβητισμού.
  • Το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολυετούς ύφεσης και το οποίο κινδυνεύει να επηρεάσει μόνιμα την παραγωγική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας.

Πέρα από τα ανωτέρω, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ αυστηρές δημοσιονομικές, νομισματικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες σε σύγκριση με όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, παρά τη σημαντική πτώση των αποδόσεων των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων. Τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της συμφωνίας για την ελάφρυνση χρέους στο Eurogroup στις 21 Ιουνίου 2018 είναι πολύ υψηλά, ιδιαίτερα μάλιστα αν διορθωθούν για τον οικονομικό κύκλο, και, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές της χώρας, περιορίζουν τη δυνατότητα επίτευξης σημαντικά υψηλότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ενώ το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο (43,6% του συνόλου των δανείων), περιορίζοντας την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις και να στηρίξει την πραγματική οικονομία.