Τα «κόκκινα» δάνεια διχάζουν ΔΝΤ και Ε.Ε.

Πόλεμος ανακοινώσεων για την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών

Τα «κόκκινα» δάνεια διχάζουν ΔΝΤ και Ε.Ε.

Πόλεμος χαρακωμάτων, που ακουμπά άμεσα τα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και Ευρωπαίων βρίσκεται σε εξέλιξη με αφορμή την αντιμετώπιση του προβλήματος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (NPLs). Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι έχουν διαμορφωθεί δύο «σχολές σκέψης», οι οποίες διαφωνούν κάθετα στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί το συγκριμένο ζήτημα, αφού πέραν των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων έχουμε και δημόσιες δηλώσεις και τοποθετήσεις από εκπροσώπους των δύο πλευρών.

Η Αμερικανική «σχολή σκέψης» όπως αυτή εκφράζεται από το ΔΝΤ, προκρίνει νέα ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, η οποία θα κινείται πέριξ των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που θεωρεί ότι θα απαιτηθεί μετά την πώληση των «κόκκινων» δανείων και την εκκαθάριση του προβληματικού τραπεζικού χαρτοφυλακίου ακόμα και σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Η δεύτερη σχολή σκέψης, η Ευρωπαϊκή, υποστηρίζει ότι οι όποιες κινήσεις γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την πορεία της οικονομίας. Τραπεζικά στελέχη τονίζουν στο “mp” ότι εάν η πορεία της οικονομίας πάει καλά θα μειωθούν σημαντικά και τα NPLs. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρουν τον κλάδο των ξενοδοχείων. Πολλά μεγάλα ξενοδοχεία που έχουν τοποθετηθεί ως ενέχυρο σε κάποια «κόκκινα» δάνεια, πριν λίγα χρόνια θα πουλιόντουσαν για ένα κομμάτι ψωμί. Τώρα με την ανάπτυξη του τουρισμού πολλοί επιχειρηματίες μπορούν να αποπληρώσουν δόσεις δανείων. Αυτά τα ίδια ξενοδοχεία καταγράφονται με άλλες αξίες στα βιβλία των τραπεζών - και άρα απαιτούνται λιγότερες προβλέψεις - και αν στο τέλος της ημέρας πουληθούν οι τιμές στις οποίες θα γίνει η πώληση θα είναι ασφαλώς αυξημένες. Βέβαια, δεν τρέχουν όλοι οι παραγωγικοί τομείς με την ίδια ταχύτητα. Γι' αυτό θεωρούν ότι θα πρέπει να γίνει χρήση και άλλων εργαλείων όπως πχ. ο εξωδικαστικός συμβιβασμός κλπ. Σε κάθε πάντως περίπτωση εφόσον υπάρξει ανάκαμψη της οικονομίας οι τράπεζες θα επηρεαστούν θετικά από αυτήν. Την ώρα λοιπόν που η Κομισιόν διαβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, το ΔΝΤ απαιτεί νέα ανακεφαλαιοποίηση των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, απευθύνοντας μάλιστα έκκληση στις εποπτικές αρχές της Ευρωζώνης, να προχωρήσουν σε επιπλέον ενέργειες, μεταξύ των οποίων επικαιροποιημένα «asset quality review» και «stress test». Μάλιστα το συγκεκριμένο θέμα τέθηκε από διαχειριστές μεγάλων ξένων funds στους εκπροσώπους των ελληνικών τραπεζών πριν λίγες μέρες κατά τη διάρκεια των «one to one» συναντήσεων, στο πλαίσιο του διήμερου πανευρωπαϊκού συνεδρίου που διοργάνωσε η HSBC στο Λονδίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι την εβδομάδα που πέρασε οι μετοχές των ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων ταλαιπωρήθηκαν στο ταμπλό του ΧΑ, απόρροια της σύγχυσης που επικρατεί στις τάξεις των fund managers, για το ποια θα είναι τελικά η στρατηγική που θα ακολουθηθεί. Η αναστάτωση είναι δεδομένη μας μεταφέρει τραπεζικό στέλεχος γιατί δεν γνωρίζουν αν αυτοί οι έλεγχοι προκαλέσουν άμεσα νέες κεφαλαιακές ανάγκες.

ΕΝΘΑΡΥΝΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη όλη αυτή η διαδικασία και ο πόλεμος δηλώσεων, τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους που είχαν θέσει για τη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs), σε αντίθεση με τα Μη Εξυπηρετούμενων Δάνεια (NPLs). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουνίου του 2017, τα ΜΕΑ αγγίζουν τα 101,84 δισ. ευρώ ή 1,6 δισ. ευρώ χαμηλότερα από το ποσό - στόχο.

Εντούτοις, οι τράπεζες έχασαν για δεύτερη συνεχόμενη περίοδο το στόχο για τα Μη Εξυπηρετούμενων Δάνεια (ΜΕΔ - NPLs), τα οποία έφτασαν τα 72,8 δισ. ευρώ ή περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ υψηλότερα από το στόχο. Μεγαλύτερες αποκλίσεις παρατηρούνται στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, ενώ σχετικά καλύτερη εικόνα εμφανίζει το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Οι διαγραφές δανείων ανήλθαν σε 1,9 δισ. ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο, αγγίζοντας τα 3,3 δισ. ευρώ για το πρώτο μισό του έτους.

Καμπανάκι για τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Δεν γνωρίζουμε αν είναι τυχαία η συγκυρία που η αμερικανική συμβουλευτική εταιρεία Bain & Company για πρώτη φορά δημοσιεύει την έκθεση για την ευρωστία 111 ευρωπαϊκών τραπεζών, βάσει των οικονομικών καταστάσεών τους στα τέλη του 2016, υποστηρίζοντας ότι το 28% των ευρωπαϊκών τραπεζών βρίσκεται σε κατάσταση «υψηλού κινδύνου», από το 26% το 2013, η πλειονότητα των οποίων είναι ιταλικών, ελληνικών, πορτογαλικών και ισπανικών συμφερόντων.
Όπως υποστηρίζει η Bain & Company μία στις τέσσερις τράπεζες αντιμετωπίσει σοβαρούς κινδύνους διότι οι διοικήσεις τους είτε δεν έχουν την εμπειρία είτε αρνούνται να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημάδια. Κάθε άλλη τράπεζα που εντάχθηκε σε αυτήν την κατηγορία την τελευταία δεκαετία λίγο αργότερα οδηγήθηκε σε χρεοκοπία ή συγχωνεύθηκε αναγκαστικά με άλλες, όπως συνέβη με τις περιφερειακές ή αποταμιευτικές τράπεζες της Ισπανίας. Από τις 31 τράπεζες που εντάσσονται από την Bain & Company στην κατηγορία των «προβληματικών», οι τέσσερις έχουν ήδη παύσει να λειτουργούν ως ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η διάσωση της Banco Popular από τη Santander τον περασμένο Ιούνιο. Οι τράπεζες βαθμολογούνται και κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγόριες: τους νικητές, τις τράπεζες με αδύναμους ισολογισμούς, με αδύναμα επιχειρηματικά μοντέλα και τις πιο προβληματικές. Οπως αποκάλυψε στέλεχος της εταιρείας στους Financial Times, στην κατηγορία των προβληματικών ή με αδύναμα επιχειρηματικά μοντέλα υπάρχουν 11 ιταλικές τράπεζες, έξι ισπανικές, πέντε γερμανικές και δύο ελληνικές.

Αξιολόγηση