Γίγαντες με πήλινα πόδια οι γερμανικές τράπεζες

Αδύναμοι κρίκοι του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος Deutsche Bank και Commerzbank

Γίγαντες με πήλινα πόδια οι γερμανικές τράπεζες

Την ώρα που τα αμερικανικά αλλά και τα περισσότερα από τα ευρωπαϊκά ονόματα καταφέρνουν να αφήσουν πίσω τους το κεφάλαιο της κρίσης, Deutsche Bank και Commerzbank αναδεικνύονται στους μεγάλους ασθενείς του διεθνούς banking.

 

Δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν αυτή την εβδομάδα από την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Εκείνες τις αυγουστιάτικες ημέρες του 2007 ελάχιστοι μπορούσαν να φανταστούν ότι το κλείσιμο τριών hedge funds της BNP Paribas που ειδικεύονταν στα άγνωστα τότε ενυπόθηκα δάνεια θα γινόταν η αφορμή για να βρεθεί το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα στο χείλος του γκρεμού. Δέκα χρόνια αργότερα, οι αμερικανικές τράπεζες και πολλές από τις ευρωπαϊκές έχουν καταφέρει να αφήσουν πίσω τους το κεφάλαιο της κρίσης. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τις γερμανικές. Deutsche Bank και Commerzbank δείχνουν να έχουν χάσει το τρένο της ανάκαμψης και μοιάζουν σήμερα με γίγαντες με πήλινα πόδια, όπως παραδέχεται η ίδια η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt. Η έρευνα της Scorpio Partnership που έδειξε αυτή την εβδομάδα ότι η Deutsche Bank βρίσκεται πλέον εκτός του κλαμπ των 15 ισχυρότερων ονομάτων του διεθνούς private banking ήταν η ταφόπλακα στις φιλοδοξίες της γερμανικής τράπεζας να παίξει με τους «μεγάλους» της Wall Street.

Οι αντίθετοι δρόμοι τους οποίους τράβηξαν οι γερμανικές και οι αμερικανικές τράπεζες μετά την κρίση, αποτυπώνονται στους αριθμούς. Τα δέκα μεγαλύτερα ονόματα του αμερικανικού banking εμφάνισαν συνολικά κέρδη 30 δισ. δολαρίων το περασμένο τρίμηνο, δηλαδή μόλις μερικές εκατοντάδες δολάρια λιγότερα από το ρεκόρ του 2007. Η «ολική επαναφορά» τους στα προ κρίσης επίπεδα είναι γεγονός. Κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ βγάζουν και οι περισσότερες από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, καθώς ο κλάδος ανακάμπτει δυναμικά σε Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, ακόμα και στην Ιρλανδία. Όμως, στη Γερμανία, η Deutsche Bank και η Commerzbank βλέπουν τους ισολογισμούς τους να παραμένουν πεισματικά στο κόκκινο. Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, η Deutsche Bank έχει καταγράψει ζημιές 8 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τη Handelsblatt, υπάρχει ένας αριθμός που δείχνει πόσο πίσω έχουν μείνει οι γερμανικές τράπεζες σε σχέση με τις υπόλοιπες. Και αυτός δεν είναι άλλος από το 59%, που αποτυπώνει τη σχέση της τιμής της μετοχής τους με τη λογιστική τους αξία. Πολύ απλά, οι επενδυτές πιστεύουν ότι οι τράπεζες αυτές αξίζουν περίπου 40% λιγότερα από ό,τι θα έβγαζε κανείς εάν πουλούσε όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία. Και με βάση το δείκτη αυτό, φαίνεται ότι οι traders εμπιστεύονται περισσότερο τις πορτογαλικές τράπεζες από ό,τι τις γερμανικές.

Όσοι αναζητούν τους λόγους πίσω από τις απογοητευτικές επιδόσεις των γερμανικών τραπεζών γρήγορα διαπιστώνουν ότι το φταίξιμο βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά τις διοικήσεις τους. Άλλωστε, η γερμανική οικονομία τα πηγαίνει περίφημα, με την εξαγωγική μηχανή να τρέχει, την ανεργία στα χαμηλότερα επίπεδα από την επανένωση και τα κόκκινα δάνεια να κινούνται επίσης χαμηλά. Σε αντίθεση με την εθνική τους οικονομία, οι γερμανικές τράπεζες έχουν να επιδείξουν δέκα χρόνια λανθασμένων στρατηγικών σχεδίων και χαμένων ευκαιριών.

Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι οι γερμανικές τράπεζες είναι ανάμεσα στις λιγότερο αποδοτικές της Ευρώπης. Την ώρα που η ολλανδική ING εξυπηρετεί 9.000.000 πελάτες με λιγότερα από 280 καταστήματα, η Commerzbank διαθέτει 1.000 καταστήματα για 12.600.000 πελάτες. «Η Γερμανία έχει υπερβολικά πολλές τράπεζες», επιμένει ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγος της ING Germany. Πραγματικά, στη χώρα λειτουργούν περίπου 2.400 διαφορετικές τράπεζες, με περισσότερα από 45.000 καταστήματα και τουλάχιστον 700.000 υπαλλήλους.

Και την ίδια στιγμή που όλες οι άλλες τράπεζες χρησιμοποιούν τις δυνατότητες που τους δίνει η τεχνολογία για να εξοικονομήσουν κόστη και να εξυπηρετήσουν καλύτερα τους πελάτες τους, η Deutsche Bank έχει μείνει πέντε χρόνια πίσω από τους ανταγωνιστές της στο τεχνολογικό επίπεδο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλός της, Τζον Κράιαν, μιλώντας πρόσφατα στο Bloomberg. «Πολλές τράπεζες, όπως ολόκληρη η γερμανική οικονομία, έχουν χάσει το τρένο της ψηφιοποίησης και πρέπει τώρα να κάνουν μεγάλες επενδύσεις», εξηγεί ο Μπρζέσκι. Και κάπως έτσι, το ζήτημα γίνεται πολιτικά ευαίσθητο. «Ανάμεσα στην ανάγκη για επενδύσεις και τα χαμηλά επιτόκια, οι πιέσεις σε πολλές τράπεζες έχουν ενταθεί. Ακούτε τους πολιτικούς να μιλούν για αυτό; Όχι, αυτό δεν είναι ένα θέμα που βοηθά να κερδηθούν οι εκλογές», σημειώνει ο οικονομολόγος.

Η αλήθεια είναι ότι ο Κράιαν έχει κάνει πρόοδο στο μεγάλο σχέδιο για την αναδιοργάνωση της Deutsche Bank, κυρίως γιατί πιέστηκε από τα γεγονότα να αναλάβει δράση. Όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο έγινε γνωστό ότι οι αμερικανικές αρχές ζητούσαν από την τράπεζα να πληρώσει πρόστιμο 14 δισ. δολαρίων για την εμπλοκή της στην κρίση των ενυπόθηκων δανείων, ο Κράιαν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα επικίνδυνο bank run. Σε κάποιο σημείο, οι εκροές έφτασαν στα 10 δισ. ευρώ την ημέρα, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν σενάρια ακόμα και για κρατική διάσωση της Deutsche Bank. Σήμερα, η κρίση αυτή έχει κοπάσει και ο Κράιαν δεν χρειάζεται να λειτουργεί πια πυροσβεστικά. Όμως, τώρα που μπορεί πλέον να σχεδιάσει την επόμενη ημέρα, γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Βρετανός τραπεζίτης θα διοικεί τα επόμενα χρόνια έναν αισθητά μικρότερο όμιλο που δεν θα παίζει πια στην «πρώτη κατηγορία» του διεθνούς banking.

Καθώς ο Κράιαν υλοποιεί το σχέδιό του για επιστροφή του ομίλου στις ρίζες του (οι οποίες δεν είναι άλλες από την χαμηλής ανάπτυξης γερμανική αγορά), οι διεθνείς φιλοδοξίες της τράπεζας μπαίνουν στο συρτάρι. Ενώ το 2014, για παράδειγμα, βρισκόταν στο top 3 των αναδόχων στις ομολογιακές εκδόσεις των αναδυόμενων αγορών και κονταροχτυπιόταν με την HSBC και τη Citigroup για την πρώτη θέση σε μια αγορά που αγγίζει το 1 τρισ. δολάρια το χρόνο, πέρυσι έπεσε στην 12η θέση. Τα στοιχεία της Scorpio Partnership που δείχνουν την κατρακύλα της Deutsche Bank στην παγκόσμια κατάταξη του investment banking είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Πηγή: Από την Κυριακάτικη Ελευθερία του Τύπου

Αξιολόγηση