Τα "δώρα" της συμφωνίας με τους θεσμούς για τις τράπεζες -Τι περιμένουν οι τραπεζίτες

Τα "δώρα" της συμφωνίας με τους θεσμούς για τις τράπεζες -Τι περιμένουν οι τραπεζίτες
Με το βλέμμα στραμμένο στη διαπραγμάτευση κυβέρνησης-κουαρτέτου είναι οι τραπεζίτες, ευελπιστώντας σύντομα να ολοκληρωθεί και να κλείσει θετικά η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος. Και αυτό γιατί, όπως μεταφέρουν στο «ΜoneyPro», οι ελληνικές τράπεζες πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν και να επιστρέψουν στην κερδοφορία, αν και εφόσον διαμορφωθεί ένα βελτιωμένο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον.

Ενα οικονομικό περιβάλλον που θα επιτρέπει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, την προσέλκυση επενδύσεων και, ασφαλώς, την ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης της χώρας απέναντι στους ξένους. Τι πιστεύουν, όμως, ότι θα συμβεί στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αν και εφόσον κλείσει η αξιολόγηση;

· Θα ξεκινήσει η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων και θα απελευθερωθούν σημαντικά κεφάλαια, που σήμερα εγκλωβίζονται σε προβλέψεις για επισφάλειες. Την ίδια ώρα, από την πώληση του προβληματικού χαρτοφυλακίου τους -και όχι μόνο- σε distress funds οι τράπεζες θα αποκτήσουν σημαντική ρευστότητα. Το μόνο «αγκάθι» στη διαδικασία αυτή τη στιγμή είναι το νομικό κενό που υπάρχει για την προστασία τους, καθώς δεν είναι διατεθειμένοι να πουλήσουν δάνεια σε οποιαδήποτε τιμή κάτω από την αξία τους, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για απιστία στο άμεσο μέλλον.

· Θα επανέλθει σταδιακά η εμπιστοσύνη των αγορών, ύστερα από έξι χρόνια αποκλεισμού από το φθηνό χρήμα. Οπως λένε στο «MP», ακόμα και η ΕΚΤ έχει άρει την εμπιστοσύνη της απέναντι στις ελληνικές τράπεζες από τις αρχές του 2015, αναμένοντας επί της ουσίας την επίτευξη της συμφωνίας. Αν, λοιπόν, ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα ξεκινήσουν δειλά-δειλά να βγαίνουν στις αγορές αρχικά μέσω repos προς ξένες μεγάλες τράπεζες, δίνοντας ως εγγύηση τα ομόλογα του ευρωπαϊκού ταμείου που έχουν στην κατοχή τους, ενώ στη συνέχεια θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν και την αγορά ομολόγων, προκειμένου να σταματήσουν να εξαρτώνται από την πολύ ακριβή ρευστότητα που τους παρέχει σήμερα η ΕΚΤ. Αν συμβεί αυτό, τότε είναι δεδομένο ότι θα ξεκινήσουν να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, άρα να παράγουν κέρδη.

· Θα ενισχυθεί η ρευστότητα των τραπεζών, αφού θεωρείται δεδομένο ότι αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, καθώς μέχρι σήμερα οι ελληνικοί τίτλοι εξαιρούνται, λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας που έχει δημιουργήσει η καθυστέρηση της συμφωνίας. Το ποσό που υπολογίζεται ότι θα μπορεί να αγοράσει η κεντρική τράπεζα ανέρχεται στα 15 δισεκατομμύρια ευρώ.

· Μετά την επιτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση και την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, οι τραπεζίτες θεωρούν ότι μπορούν να πετύχουν και την επιστροφή των καταθέσεων. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, αυτή τη στιγμή βρίσκονται εκτός τραπεζικών γκισέ, αλλά εντός χώρας περίπου 40 δισ. ευρώ περίπου. Η επιστροφή των καταθέσεων, και άρα η απόκτηση ρευστότητας, θα συμβάλει σημαντικά στο κλείσιμο της «ψαλίδας» δανείων-καταθέσεων, που αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται στα 90 δισεκατομμύρια ευρώ και καλύπτεται από τον πανάκριβο ELA.

· Θα μπορέσουν σταδιακά να ρίξουν χρήμα στην πραγματική οικονομία, αφού πρώτα έχουν συμβεί τα παραπάνω, με τις υγιείς επιχειρήσεις να είναι αυτές που θα βρεθούν στις πρώτες θέσεις της λίστας των υποψηφίων προς χρηματοδότηση. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο το πρωί όσοι επισκέπτονται τα γκισέ των τραπεζών θα μπορέσουν να πάρουν δάνειο, αφού οι συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική αγορά παραμένουν δυσμενείς, κάτι που σημαίνει ότι θα απαιτηθεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα ώστε το τραπεζικό σύστημα να ενσωματώσει τα νέα δεδομένα και να επανέλθει στην κανονικότητα. Ομως, όταν μια οικονομία αναπτύσσεται (σ.σ.: αυτό πιστεύουν ότι θα συμβεί μετά την αξιολόγηση) κερδοφόρες και με προοπτικές επιχειρήσεις θα μπορούν να αντλήσουν ρευστότητα, αφού προφανώς θα μπορούν να επιστρέψουν τα δανεικά. Για τους ιδιώτες τα πράγματα θα είναι σίγουρα πιο δύσκολα για να εκταμιεύσουν ένα στεγαστικό ή ένα καταναλωτικό δάνειο. Από τη μία, η σημαντική συρρίκνωση των εισοδημάτων έχει περιορίσει δραστικά την πιστοληπτική τους ικανότητα και, από την άλλη, η καθίζηση της αγοράς ακινήτων και η κατάρρευση των αξιών τους επηρεάζουν τον τραπεζικό δανεισμό.

Επενδυτές για τα assets

Πολύ σημαντικό θεωρείται και το γεγονός ότι οι τράπεζες θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν υψηλότερα τιμήματα για τα προς πώληση assets. Θετικά θα λειτουργήσει το γεγονός ότι η αναδιάρθρωση των τραπεζικών ισολογισμών που βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει ως στόχο την απαλλαγή από τα μη βασικά περιουσιακά στοιχεία (non-core assets) καθώς η επικείμενη βελτίωση του κλίματος είναι σίγουρο ότι θα αυξήσει το ενδιαφέρον των επενδυτών και άρα τα προσδοκώμενα έσοδα από τη διάθεσή τους. Για παράδειγμα, με δεδομένη τη σημαντική αύξηση του τουρισμού, η ολοκλήρωση της συμφωνίας θα μπορούσε να απογειώσει το τίμημα για το «Χίλτον», που έχει βγάλει στο σφυρί η Alpha Βank.

Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, που κινούνται σε κλάδους που περιμένουν πώς και πώς τη συμφωνία για να πάρουν μπρος. Ολα τα παραπάνω είναι προφανές ότι δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να ρίχνουν χρήμα στην πραγματική οικονομία, έπειτα από ένα μακρύ χρονικό διάστημα αρνητικής πιστωτικής επέκτασης.

ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ