Alpha Bank: Το Μνημόνιο δεν καταργείται με voodoo

Alpha Bank: Το Μνημόνιο δεν καταργείται με voodoo
Τις θέσεις της απέναντι στον προεκλογική «αντιμνημονιακή» επιχειρηματολογία διατυπώνει στο εβδομαδιαίο δελτίο της η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank.


Το πλήρες κείμενο της Alpha Bank έχει ως εξής:

«Η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012 αναμένεται να βγάλει την χώρα από την κρίση και την ύφεση μέσω της συνέχισης της δημοσιονομικής πολιτικής για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος και της ταχείας υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και κυρίως των αποκρατικοποιήσεων. Ήδη, έχουμε πετύχει μία μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή και έχουμε δρομολογήσει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές αναπτυξιακού χαρακτήρα. Η Ελλάδα είναι σήμερα σε πολύ καλύτερη μοίρα γιατί έχει το μεγαλύτερο της προσαρμογής πίσω της ενώ έχει εξασφαλίσει και μία άνευ προηγουμένου ελάφρυνση στην εξυπηρέτηση του χρέους. Αντίθετα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες έρχονται τώρα αντιμέτωπες με την κρίση και είναι αμφίβολο εάν θα υπάρχουν ανάλογοι πόροι με αυτούς που διατέθηκαν στην Ελλάδα για την αντιμετώπισή της. Σε κάθε τομέα, η χώρα μας έχει να επιδείξει πρόοδο. Το Μνημόνιο μπορεί να είχε προβλήματα σχεδιασμού και υλοποίησης, με αποτέλεσμα να βυθίσει την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση απ΄ότι ήταν αναγκαίο. Προσαρμογή χωρίς ύφεση, όμως, δεν νοείται. Το Μνημόνιο, βεβαίως, πρέπει να ενισχυθεί με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, όχι για να μην γίνουν οι απαιτούμενες προσαρμογές, αλλά για να φέρει την ανάκαμψη της οικονομίας γρηγορότερα και με μικρότερο κοινωνικό κόστος. Το Μνημόνιο δεν είναι το πρόβλημα. Κάθε καλόπιστος άνθρωπος θα αναγνωρίσει ότι μέσω του Μνημονίου γίνεται μια τεράστια προσπάθεια να αντιμετωπισθούν οι πιο ακραίες στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες και οι κύριες πηγές και αιτίες της διαφθοράς που χαρακτηρίζουν τη χώρα μας. Διορθώνονται σταδιακά, υπό την παρεμβολή εμποδίων και έντονων αντιδράσεων από τις διάφορες ομάδες συμφερόντων, τα κακώς κείμενα που όλοι γνωρίζουμε ότι πρέπει να διορθωθούν.

Τυχόν κατάργηση του Μνημονίου θα είχε ως κύριο αποτέλεσμα την διακοπή της διαδικασίας εξυγίανσης και εκλογίκευσης των μηχανισμών και των θεσμών λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας μας. Θα ήταν ο θρίαμβος των θιασωτών της διαφθοράς και η ουσιαστική απώλεια της μοναδικής ευκαιρίας που έχουμε σήμερα για την αντιμετώπισή της. Θα σήμανε ακόμη πιο άγρια λιτότητα καθώς δεν θα ήταν δυνατόν να καταβληθούν ούτε οι σημερινές χαμηλές αποδοχές και συντάξεις, και η χώρα θα περιερχόταν, πραγματικά αυτή την φορά, σε τριτοκοσμικές καταστάσεις ανέχειας και διάλυσης.

Διαβάζοντας κανείς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν με βάση το Μνημόνιο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με την αναγκαιότητά τους. Για πρώτη φορά, η ελληνική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη με μια καταγραφή και αποκάλυψη σε κοινή θέα των παγιωμένων καταστάσεων προσοδοθηρίας και της ανεξέλεγκτης φοροδιαφυγής από συγκεκριμένες πλευρές της κοινωνίας μας. Η μάχη για την κατάργηση του Μνημονίου δεν είναι τίποτε άλλο από μια μάχη για την διατήρηση του status quo. Γιατί το Μνημόνιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας κατάλογος όσων απαιτούνται να γίνουν για να δημιουργηθεί μια πιο δίκαιη, αποτελεσματική και δυναμική οικονομία που να προσφέρει ανταγωνιστικές (και συνεπώς βιώσιμες) θέσεις εργασίας και ευκαιρίες για τους περισσότερους. Το Μνημόνιο δυσκολεύει τη ζωή σε όλους εκείνους που, λόγω θέσεως και ισχύος και μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες, έχουν καταφέρει να νέμονται τον κρατικό κορβανά με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, μέσω της κλοπής του ΦΠΑ και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, μέσω χαριστικών προσλήψεων, μέσω παροχής συντάξεων και κοινωνικών επιδομάτων σε μη δικαιούχους, μέσω μιζών στις κρατικές προμήθειες και αναπτυξιακές επιχορηγήσεις, μέσω διασπάθισης των χρημάτων που δίδονται για γεωργικές επιδοτήσεις, κ.ο.κ. Το Μνημόνιο ήταν αυτό που ανέδειξε όλα αυτά τα θέματα.

Η αντίδραση στο Μνημόνιο έγινε σημαία για την πολιτική αξιοποίηση της οργής και της αγανάκτησης όλων όσων υπέστησαν μια άνευ προηγουμένου συμπίεση του βιοτικού επιπέδου σε περίοδο ειρήνης, αλλά και όσων θίγονται τα κεκτημένα και όσων νομίζουν ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις για να βγούμε από την κρίση. Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Ουδέποτε μια μηδενιστική θέση (η μάχη εναντίον του Μνημονίου) δεν έχει αποκτήσει τόσους πολλούς θιασώτες που δεν έχουν τίποτα εποικοδομητικό να προτείνουν. Η μάχη εναντίον του Μνημονίου έχει αναδείξει τους κακούς εαυτούς μας για άλλη μια φορά. Οδηγεί την χώρα μακριά από το ευρωπαϊκό δεδομένο της ανοικτής οικονομίας με κοινωνικό πρόσωπο. Πρέπει να ξανασκεφθούμε τι σημαίνει να είμαστε Ευρωπαίοι. Για 30 χρόνια συνηθίσαμε να παίρνουμε χωρίς να δίνουμε. Και τώρα που ήρθαν δύσκολες μέρες, επαναστατούμε. Όλη η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας είναι σε πλήρη ανάπτυξη στην μάχη εναντίον του Μνημονίου, που δυστυχώς συμμερίζονται σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό πολλά πολιτικά κόμματα που ζητούν την ψήφο μας στις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012. Το Μνημόνιο δεν καταργείται με voodoo. Καταργείται με σκληρή δουλειά για να απελευθερωθούν επιτέλους οι δημιουργικές αρετές των Ελλήνων και να διοχετευθεί η παραγωγική τους δράση στην κατάκτηση ευημερίας, στηριζόμενοι στις δικές τους και μόνο δυνάμεις.

Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012 η Ελλάδα αντιμετωπίζει την πιο κρίσιμη και επικίνδυνη πρόκληση της ιστορίας της. Από το αποτέλεσμα των εκλογών θα κριθεί το αν η χώρα θα έχει μια ικανή Κυβέρνηση με σημαντική πλειοψηφία στην Ελληνική Βουλή, η οποία θα συνεχίσει την εφαρμογή του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (ΠΔΠ&ΔΜ). Η πορεία αυτή δεν είναι θέμα επιλογής ούτε θέμα Μνημονίου.

Είναι απολύτως αναγκαία α) για τη μείωση και τελικά εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που μας οδήγησαν στη δημοσιονομική εκτροπή και στην έξοδο από τις αγορές της διεθνούς χρηματοδότησης, β) για ουσιαστική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και του θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας με στόχο την έγκαιρη ανάκαμψη και την είσοδό της σε πορεία δυναμικής ανταγωνιστικής ανάπτυξης και γ) για αναμφισβήτητη, τελικά, εξασφάλιση της οριστικής και αμετάκλητης θέσης της χώρας ως πλήρους μέλους της Ζώνης του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις εκλογές αυτές διακυβεύεται αναπόφευκτα η ίδια η υπόσταση της χώρας ως αξιόπιστου κράτους δικαίου, μέλους της Ζώνης του Ευρώ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεθνούς Κοινότητας που σέβεται τις συμβάσεις και τις υποχρεώσεις που έχει υπογράψει και απαιτεί τον αμοιβαίο σεβασμό από τους εταίρους της. Τυχόν κατάργηση του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων που έχει υπογράψει η χώρα με τους θεσμικούς δανειστές της (ΕΕ-27, Ζώνη του Ευρώ, ΔΝΤ), συνεπάγεται την διακοπή της χρηματοδότησης της από τους ανωτέρω φορείς και, αναγκαστικά, την είσοδό της σε «άτακτη χρεοκοπία» και τελικά, την άμεση έξοδό της από τη Ζώνη του Ευρώ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε μια τέτοια περίπτωση είναι ορατή η αντιστροφή της προόδου που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια στους τομείς της δημοσιονομικής προσαρμογής (μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης στα € 2,0 δις το 2012, από € 25 δις το 2009), των μεταρρυθμίσεων και της ανταγωνιστικότητας που αποτελούν τη βάση για την έγκαιρη ανάκαμψη και την οριστική έξοδο της χώρας από τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της. Οι μεγάλες θυσίες για την επίτευξη των ανωτέρω που προκύπτουν από την εξαιρετικά επώδυνη πτώση του ΑΕΠ και των εγχώριων εισοδημάτων και από την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας κινδυνεύουν να πάνε ουσιαστικά χαμένες.

Ήδη, η οικονομία είχε αρχίσει να ανταποκρίνεται στο πρόγραμμα προσαρμογής και να δείχνει σημάδια ανάκαμψης. Η αύξηση των καθαρών εξαγωγών, λόγω κυρίως της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, συνέβαλαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,6 ποσοστιαίες μονάδες στο 1ο 3μηνο του 2012, αντισταθμίζοντας ανάλογα την πτώση του ΑΕΠ εξαιτίας της δραματικής πτώσης της εγχώριας ζήτησης κατά 11,0 π.μ., και προσδιορίζοντας την πτώση του ΑΕΠ στο -6,5% στο 3μηνο αυτό.

Ειδικότερα, με την εντυπωσιακή δυναμική ανάπτυξης των εξαγωγών αγαθών και τη δυνατότητα ανάπτυξης του τουρισμού και την επιτάχυνση της διαδικασίας υποκατάστασης εισαγωγών, σε συνδυασμό με τον αναμενόμενο σταδιακό περιορισμό και την τελική αντιστροφή της πτώσης των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης στα επόμενα 3μηνα, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν συνθήκες για σταδιακή ανταγωνιστική ανάκαμψη της οικονομίας και εισόδου της σε πορεία αυτοδύναμης ανάπτυξης.

Η στήριξη των επενδύσεων επιδιώκεται κυρίως μέσω της αναπτυξιακής βοήθειας που μας παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από τα διαρθρωτικά ταμεία της οποίας η Ελλάδα αναμένεται να εισπράξει € 14 δις στην περίοδο 2012-2014. Για το σκοπό αυτό μόλις ανακοινώθηκε η έγκριση από το ΔΣ της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) της 1ης φάσης της χρηματοδότησης για τη δημιουργία του Ταμείου Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων στην Ελλάδα ύψους € 500 εκατ. που θα χρησιμοποιηθεί για παροχή εγγυήσεων για πολλαπλάσιου ύψους χρηματοδότηση ΜΜΕ από τις τράπεζες. Θα ακολουθήσει και η 2η δόση του δανείου από την ΕΤΕπ, ύψους και πάλι € 500 εκατ. Επίσης, προωθείται άμεσα η επανεκκίνηση των έργων στους μεγάλους οδικούς άξονες της χώρας με χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ, σε συνδυασμό με τη χρήση και των επιχορηγήσεων της Ελλάδος από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Οι επιχορηγήσεις αυτές χρησιμοποιούνται ήδη και για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων ενίσχυσης της απασχόλησης, αλλά και για ενίσχυση των επενδύσεων που εντάσσονται σταδιακά στο νέο αναπτυξιακό νόμο. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια έγκαιρης επανεκκίνησης της ανάπτυξης το Υπ. Ανάπτυξης προωθεί την ταχεία έγκριση και έναρξη της υλοποίησης επενδύσεων ύψους € 8,0 δις στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα τρία μεγάλα επενδυτικά σχέδια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στην Κρήτη, η επένδυση για εξόρυξη χρυσού στη Θράκη και άλλα τρία μεγάλα επενδυτικά έργα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, μεγάλη ώθηση στις επενδύσεις και την ανάπτυξη αναμένεται από την προσέλκυση ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω της εντατικοποίησης της διαδικασίας υλοποίησης του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, η διαχείριση της οποίας έως σήμερα χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά χαμηλή αποδοτικότητα, σπατάλη πόρων και παντελή απουσία επιχειρηματικότητας και λειτουργεί εις βάρος της ανάπτυξης και των δημοσίων οικονομικών της χώρας. Ήδη προωθείται η αξιοποίηση του μεγάλου έργου του «Ελληνικού» και η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από παγκοσμίου εμβέλειας επενδυτές.

Όλα αυτά όμως, απειλούνται σήμερα με πλήρη ανατροπή. Εάν δεν υπάρξει σταθερή κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου και αν δεν συνεχισθεί η εφαρμογή του Μνημονίου, τότε θα οδηγηθούμε σε νέα ακόμη μεγαλύτερη πτώση της εγχώριας καταναλωτικής και επενδυτικής ζήτησης και στην παρεμβολή εμποδίων στην αύξηση των εξαγωγών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας εμβάθυνσης της ύφεσης στην οικονομία και της ταχείας αύξησης της ανεργίας. Ήδη, ορισμένες πολιτικές δυνάμεις έχουν διακηρύξει τις θέσεις τους για ακύρωση και του μεγάλου επενδυτικού έργου του Ελληνικού, ενώ έχουν χαρακτηρίσει την πρωτοβουλία της προηγούμενης Κυβέρνησης Συνεργασίας να προωθήσει τις μεγάλες επενδύσεις ύψους € 8 δις που προαναφέρθηκαν, ως «πολιτικό πραξικόπημα».

Έτσι, όχι μόνο χάνονται οριστικά οι πραγματικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα για ανάκαμψη και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με ταυτόχρονη οριστική σταθεροποίηση της θέσης της ως πλήρες μέλους της Ζώνης του Ευρώ, αλλά η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει σε μια άκρως αποσταθεροποιητική πορεία αυτό-τροφοδοτούμενης πτώσης και αποσύνθεσης, με πραγματικά άγνωστη κατάληξη. Η χώρα μπορεί να διολισθήσει σε μια διαδικασία αλόγιστης περαιτέρω καταστροφής της διεθνούς αξιοπιστίας της και των κύριων πηγών χρηματοδοτικών πόρων για την ανάπτυξη της οικονομίας της. Απειλείται, έτσι, η διάβρωση και στρέβλωση των σημερινών βασικών (ευρωπαϊκών) θεσμών και μηχανισμών λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, με υψηλό κίνδυνο επανόδου στον άκρατο, προστατευτισμό και κρατισμό των δεκαετιών του 1970 και του 1980.

Αρκεί να γίνει κατανοητό ότι η επάνοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Ζώνη του Ευρώ και η αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, μετά από μια καταστροφή του ανωτέρω βεληνεκούς, θα πρέπει να ξεχαστεί για πολλές δεκαετίες.

Ζούμε σήμερα τις πρώτες επιπτώσεις από την απειλούμενη είσοδο της χώρας στον παραλογισμό της «άτακτης χρεοκοπίας» και της εξόδου από το Ευρώ και την ΕΕ-27. Η εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες επανήλθε στην επικαιρότητα μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012. Σημειώνεται ότι οι καταθέσεις αποσύρθηκαν από τις τράπεζες εξ αιτίας της απειλής Κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία για ακύρωση του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται η ανωτέρω χρηματοδότηση της Ελλάδος από την Ζώνη του Ευρώ, το ΔΝΤ και από το ΕΣΚΤ. Χωρίς τη χρηματοδότηση αυτή, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση πράγμα που αποτελεί πραγματική απειλή για την ασφάλεια των καταθέσεων. Ακόμη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια αυτών των καταθέσεων αποτελεί η προεκλογική υπόσχεση για οριζόντια διαγραφή των χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων που θα συνεπαγόταν περαιτέρω ζημίες για τις τράπεζες. Οι καταθέσεις θα επιστρέψουν στις τράπεζες όταν αυτές οι αιτίες κλονισμού της ασφάλειάς τους εκλείψουν. Η ασφάλεια των καταθέσεων δεν μπορεί να στηριχθεί ασφαλώς στις προεκλογικές εγγυήσεις αρχηγών πολιτικών κομμάτων. Αντίθετα, η ασφάλεια των καταθέσεων μπορεί να στηριχθεί αν εξηγηθεί επαρκώς από τα πολιτικά κόμματα στους καταθέτες το πώς θα γίνει η ανα-κεφαλαιοποίηση των τραπεζών αν ακυρωθεί το Μνημόνιο και από πού θα βρεθούν τα χρήματα για τη διαγραφή των δανείων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Σημειώνεται, επίσης, και μεγάλη αναταραχή στον εξωτερικό τουρισμό, μετά την αξιοσημείωτη ανάκαμψη στις αφίξεις τον Απρίλιο του 2012. Επίσης, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το αυξημένο κόστος από την διακοπή της παροχής ασφαλιστικής κάλυψης και πιστωτικών διευκολύνσεων στις εισαγωγές πρώτων υλών και άλλων εισαγόμενων προϊόντων, ενώ την ίδια στιγμή αντιμετωπίζουν πιέσεις για μείωση των τιμών των εξαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών τους με το πρόσχημα της επικείμενης εξόδου της χώρας από το Ευρώ. Είμαστε ήδη από τις λίγες χώρες στον κόσμο τις οποίες μεγάλοι κρατικοί οργανισμοί ασφάλισης των εξαγωγών, όπως ο COFACE (Γαλλία) και HERMES (Γερμανία), δεν ασφαλίζουν, ιδιαίτερα για τον κίνδυνο χώρας. Τέλος, επεκτείνεται η διακοπή των εργασιών σε μεγάλα έργα υποδομής λόγω έλλειψης των αναγκαίων εγγυήσεων για τη χρηματοδότησή τους από τις τράπεζες.

Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν τον μεγάλο κίνδυνο που υπάρχει, σε περίπτωση επικράτησης των ιδεών για ακύρωση του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων και για ανατροπή των βασικών προγραμμάτων προσαρμογής. Ειδικότερα, η διακοπή της χρηματοδότησης από το 1ο και το 2ο ΠΧΕ, ακόμη και με μη πληρωμή των τόκων και των χρεολυσίων του δημοσίου χρέους, συνεπάγεται την αδυναμία χρηματοδοτικής κάλυψης: α) του πρωτογενούς ελλείμματος του 2012, το οποίο αν δεν εφαρμοστούν όλα τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί μπορεί να ανέλθει και πάλι στα € 5,0 δις ή και υψηλότερα το 2012, β) των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου, ύψους € 6,5 δις, που αφορούν κυρίως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των ασφαλιστικών ταμείων και των νοσοκομείων, η μη πληρωμή των οποίων αποτελεί πηγή διαταραχών στο σύστημα υγείας ήδη από σήμερα, γ) των ΕΓΕΔ ύψους € 8,5 δις και δ) της ανα-κεφαλαιοποίησης των τραπεζών ύψους € 25 δις. Επιπλέον των ανωτέρω, η τυχόν απονενοημένη ενέργεια της διακοπής της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημοσίου χρέους θα σηματοδοτήσει αναπόφευκτα την διακοπή της ροής των πόρων προς την Ελλάδα από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απώλεια από την Ελλάδα και της σημαντικής δυνατότητας αναπτυξιακής χρηματοδότησης ύψους άνω των € 14 δις στην περίοδο 2012-2014, όπως προαναφέρθηκε.

Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα των εκλογών θα δείξει πόσο πραγματικά θέλουμε τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και της κοινωνίας μας, το πόσο θέλουμε ανταγωνιστική και όχι παρασιτική ανάπτυξη με δανεικά (που τώρα πια δεν έχουμε), το πόσο θέλουμε τη συνέχιση της μάχης κατά της διαφθοράς, της προσοδοθηρίας και της ανεξέλεγκτης φοροδιαφυγής, τη συνέχιση της λειτουργίας της χώρας μας ως πλήρους μέλους της Ζώνης του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάνω απ’ όλα, το αποτέλεσμα των εκλογών θα δείξει εάν θα γίνουμε χώρα-παρίας, στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιθώριο των ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου».

Αξιολόγηση