Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους σε απλά ελληνικά – Πώς μπορεί να γίνει, τι θα γλιτώσουμε

Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους σε απλά ελληνικά – Πώς μπορεί να γίνει, τι θα γλιτώσουμε
Μάρτυρες των πρώτων «διερευνητικών» κινήσεων σε ένα παιχνίδι που, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση έχει επικοινωνιακό χαρακτήρα, γίνονται όσοι πολίτες, εντός και εκτός Ελλάδας παρακολουθούν τη συζήτηση για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους. Η έννοια του «κουρέματος», μπαίνει και βγαίνει από την ατζέντα των πρώτων διερευνητικών επαγών, τα δημοσιεύματα για δήθεν υποχώρηση της μίας ή της άλλης πλευράς πολλαπλασιάζονται και η ουσία της υπόθεσης δύσκολα γίνεται αντιληπτή από τον μέσο πολίτη.

Τίθεται λοιπόν θέμα «κουρέματος» του δημοσίου χρέους ναι ή όχι; Αν δεν υπάρξει μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους αυτό θα σημαίνει ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση έκανε πίσω σε ένα από τα βασικά αιτήματά της; Μπορεί πολιτικά και επικοινωνιακά, αυτό να παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η ουσία όμως είναι διαφορετική.

Μια χώρα, οποιαδήποτε χώρα δεν εξοφλεί το δημόσιο χρέος της. Το εξυπηρετεί και, ανάλογα με την πορεία των δημόσιων οικονομικών είτε το αυξάνει για να καλύψει ανάγκες των πολιτών, είτε το μειώνει εφόσον βέβαια υπάρχουν πλεονάσματα στο δημόσιο ταμείο. Το κριτήριο είναι (πρέπει να είναι) ένα: πόσα χρήματα είναι υποχρεωμένο το δημόσιο να δαπανά κάθε χρόνο για να εξυπηρετεί το χρέος (δηλαδή στην πραγματικότητα πόσα πληρώνει στους τόκους) και πόσο εύκολη είναι η αναχρηματοδότησή του (δηλαδή η εκταμίευση καινούργιων δανείων προκειμένου να αποπληρωθούν τα παλιά).

Το ότι το ελληνικό χρέος είναι 318 δισεκατομμύρια ευρώ, από μόνο του δεν λέει τίποτα. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι κάθε χρόνο πληρώνουμε έξι δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους μόνο για τους τόκους. Επίσης σημαντικό είναι ότι κανείς δεν μας δανείζει για να εξοφλήσουμε προηγούμενα χρέη (πρακτικά ομόλογα) που λήγουν πέραν των επίσημων θεσμών: την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό που είναι ακόμη σημαντικότερο είναι η προοπτική: αυτά τα έξι δισεκατομμύρια ευρώ τα πληρώνουμε παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε περίοδο χάριτος για το τμήμα του δημοσίου χρέους που έχει χορηγηθεί από την Ε.Ε. Μόλις αυτή η περίοδος χάριτος τελειώσει (πρακτικά το 2021), οι τόκοι θα εκτοξευτούν στα 17 δισεκατομμύρια ευρώ και η τότε κυβέρνηση θα βρεθεί και πάλι με την πλάτη στον τοίχο.

Το «κούρεμα»

Η συζήτηση για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους δεν μπαίνει τώρα για πρώτη φορά στο τραπέζι. Είναι συμφωνημένο από το 2012 ότι με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας, και εφόσον επιτευχθούν οι στόχοι, το ζήτημα θα ξαναμπεί στο τραπέζι προκειμένου η Ελλάδα να βοηθηθεί για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Πρακτικά, το ζητούμενο είναι να περισσέψουν χρήματα από αυτά που πληρώνουμε για τους τόκους, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθούν άλλες δράσεις αναπτυξιακού χαρακτήρα. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με πολλούς τρόπους. Προεκλογικά, κυριάρχησε η λέξη «κούρεμα». Όσοι την χρησιμοποιούσαν, είχαν κατά νου τη μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους. Δηλαδή, να ληφθεί μια απόφαση που θα λέει ότι το ελληνικό δημόσιο που το 2010 και το 2012 δανείστηκε περί τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ από τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης (πολλές εκ των οποίων φτωχότερες από την Ελλάδα), δεν θα τους επιστρέψει 250 δισεκατομμύρια ευρώ αλλά 150 ή 170 ή 200 (όσο μεγαλύτερο το ποσοστό του κουρέματος τόσο λιγότερα και τα χρέη που θα απομείνουν). Για να γίνει αυτό, θα πρέπει οι ηγέτες των χωρών της υπόλοιπης Ευρωζώνης να βρουν κάτι να πουν στους ψηφοφόρους τους. Θα πρέπει να λογοδοτήσουν για το γεγονός ότι χάρισαν χρήματα στην Ελλάδα.

Πόσο εύκολο είναι να συμβεί αυτό πολιτικά; Καθόλου είναι η απάντηση. Γι’ αυτό χθες κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο Γιάνης Βαρουφάκης «εγκαταλείπει» το αίτημα για κούρεμα. Είναι όμως έτσι; Αν παρακολουθούσε κάποιος τις συνεντεύξεις του υπουργού Οικονομικών προεκλογικά, θα αντιλαμβανόταν ότι αυτό που δήλωσε χθες στου FTο κ. Βαρουφάκης δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι μια «ιδέα» του Έλληνα υπουργού Οικονομικών σχετικά με το πώς μπορούν να μειωθούν οι τόκοι (αλλά και τα χρεολύσια) που θα πληρώνει κάθε χρόνο η Ελλάδα μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά:

  1. Ο κ. Βαρουφάκης θέλει να εκδοθούν καινούργια ομόλογα από το ελληνικό δημόσιο τα οποία θα αντικαταστήσουν το χρέος μας προς τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης. Σε αυτά τα ομόλογα θέλει να ενσωματώσει μια ρήτρα την οποία βαφτίζει ρήτρα ανάπτυξης. Αν αυτή υιοθετηθεί από τους δανειστές, το ποσό που θα πληρώνει η Ελλάδα για τοκοχρεολύσια προκειμένου να εξυπηρετεί το συγκεκριμένο χρέος, θα εξαρτάται πρακτικά από την πορεία του ΑΕΠ της. Δηλαδή, όσο περισσότερα θα βγάζει, τόσο περισσότερα θα πληρώνει. Σε αυτή την «ιδέα» οι αριθμοί είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά. Ποιο θα είναι το επιτόκιο αυτών των ομολόγων; Θα είναι σταθερό ή κυμαινόμενο; Ποια θα είναι η διάρκειά του και πώς ακριβώς θα λειτουργεί η ρήτρα ανάπτυξης.
  2. Ένα κομμάτι του ελληνικού χρέους –κάτι περισσότερο από 20 δισεκατομμύρια ευρώ- το χρωστάμε στην ΕΚΤ. Εκεί, ο κ. Βαρουφάκης προτείνει να εκδοθεί ένα ομόλογο με πολύ χαμηλό επιτόκιο και χωρίς ημερομηνία λήξης. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Κούρεμα. Διότι ενώ στα χαρτιά θα φαινόμαστε να χρωστάμε, πρακτικά δεν θα υπάρχει ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κληθούμε να αποπληρώσουμε αυτό το χρέος. Είναι κούρεμα αλλά δεν θα το λέμε κούρεμα διότι η ΕΚΤ απαγορεύεται εκ του καταστατικού της να αποδέχεται τέτοιες ενέργειες. Ένα ομόλογο που δεν λήγει ποτέ, κατά τον υπουργό Οικονομικών μπορεί να το αποδεχτεί και να το προσθέσει στα στοιχεία του ενεργητικού της. Το θέμα βέβαια, είναι να το αποδεχτεί και η άλλη πλευρά.
Αξιολόγηση