Η απώλεια και ο θάνατος είναι το σκληρότερο χτύπημα που μπορεί να δεχτούμε

Η απώλεια και ο θάνατος είναι το σκληρότερο χτύπημα που μπορεί να δεχτούμε
«Με το ξέσπασμα της κρίσης πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν να χάσουν μαζί με τα σπίτια και τον τόπο της διαβίωσής τους: τον τόπο όπου ζούσαν και ανέπνεαν καθημερινά.

Αυτό το μέγεθος της απουσίας προσπάθησα να σκιαγραφήσω στο Σάνσετ Παρκ, ένα μυθιστόρημα που είναι γραμμένο πάνω στην κόψη των γεγονότων. Ένα μυθιστόρημα που αντίθετα με άλλα βιβλία μου δεν καταγίνεται με το παρελθόν, μακρινό ή κοντινό, αλλά με το άμεσο παρόν, το οποίο και παρουσιάζει μέσα από πολλαπλές οπτικές γωνίες». Έτσι περιέγραψε ο Πολ Όστερ χθες το απόγευμα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, συζητώντας με τον Ηλία Μαγκλίνη, το Σάνσετ Παρκ, που μόλις κυκλοφόρησε σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παρακολουθώντας στην κατάμεστη αίθουσα της Στέγης (είχαν γεμίσει και τα δύο θεωρεία) σύντομα αποσπάσματα από ντοκιμαντέρ, ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, που λειτούργησαν σαν εισαγωγή για τις δημοσιογραφικές ερωτήσεις, ο Όστερ εξήγησε πως του αρέσει να αλλάζει ύφος και κλίμα από βιβλίο σε βιβλίο, δοκιμάζοντας κάθε τόσο μια καινούργια προσέγγιση. Διηγούμενος ένα επεισόδιο της εφηβικής του ηλικίας, όταν μια παρέα αγοριών έπεσε σε θύελλα με αποτέλεσμα ένα από τα παιδιά να πέσει νεκρό, ο Όστερ είπε πως αυτό ήταν απολύτως καθοριστικό για τον ίδιο: πρώτη φορά έβλεπε νεκρό και πρώτη φορά συνειδητοποιούσε την αστάθεια και τη ρευστότητα της ζωής. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η απώλεια αποτελεί ένα από τα βασικά μοτίβα του έργου του: «Η απώλεια και ο θάνατος είναι το σκληρότερο χτύπημα που μπορεί να δεχτούμε».

Κατά τη διάρκεια της χθεσινής συζήτησης ο Όστερ δεν δίστασε να μιλήσει για τις παγκόσμιες διαστάσεις της κρίσης: «Ο καπιταλισμός έχει κατακλύσει στις ημέρες μας τα πάντα. Οι πλούσιοι γίνονται καθημερινά πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Όσο για τις κινητοποιήσεις των νέων σε διεθνές επίπεδο, από την Ισπανία και την Αίγυπτο μέχρι τη Ρωσία, κανένας δεν έχει εισακουστεί μέχρι σήμερα μολονότι το αίτημά τους είναι αυτονόητο: μια δουλειά σύμφωνη με τη μόρφωση που έχουν αποκτήσει».

Αξιολόγηση