"Εάν δεν είχε υιοθετηθεί η απόφαση για τη μεταβίβαση η ΑΤΕ θα έκλεινε"

"Εάν δεν είχε υιοθετηθεί η απόφαση για τη μεταβίβαση η ΑΤΕ θα έκλεινε"
Εάν δεν είχε υιοθετηθεί η απόφαση για τη μεταβίβαση της στην Τράπεζα Πειραιώς, η Αγροτική Τράπεζα θα είχε οδηγηθεί σε κλείσιμο και εκκαθάριση, είπε την Παρασκευή ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργος Προβόπουλος, μιλώντας στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.


Όπως ανέφερε, ορισμένοι εκπρόσωποι της τρόικας θεωρούσαν ότι η τράπεζα έπρεπε να κλείσει, ενώ η άποψη της ΤτΕ (αλλά και της κυβέρνησης) ήταν ότι μια τέτοια λύση θα έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί, ιδιαίτερα για λόγους συστημικής σταθερότητας και κόστους.

Ο κ. Προβόπουλος είπε ότι το ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είχε αποφασίσει ότι μετά το τέλος Ιουλίου δεν θα μπορούσε να παρέχει ρευστότητα στην ΑΤΕ, διότι η τράπεζα ήταν σημαντικά υποκεφαλαιοποιημένη, δεν ήταν βιώσιμη και δεν υπήρχε προοπτική ο βασικός μέτοχος (σ.σ. δηλαδή το Δημόσιο) να την ανακεφαλαιοποιήσει.

Αν δεν εφαρμόζονταν επομένως τα μέτρα εξυγίανσης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διέκοπτε την παροχή ρευστότητας, ύψους 6,3 δισ. ευρώ, σημείωσε και προσέθεσε ότι μετά η ΑΤΕ θα έκλεινε αμέσως.

Έτσι, «θα είχαμε πάνω από 5.000 ακόμη ανέργους, ενώ θα έπρεπε να ανευρεθούν 14 δισ. ευρώ για την αποζημίωση των καταθετών και άλλα 6,3 δισ. ευρώ για την επιστροφή της ρευστότητας στο Ευρωσύστημα, συνολικά πάνω από 20 δισ. ευρώ» προσέθεσε.

«Δεν ήταν εφικτή η ανακεφαλαιοποίηση»

Η ανακεφαλαιοποίηση της ΑΤΕ δεν ήταν εφικτή, είπε ο κ. Προβόπουλος, καθώς, «σύμφωνα με το Μνημόνιο, η ανακεφαλαιοποίηση δεν θα μπορούσε να γίνει με κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, επειδή η τράπεζα δεν είναι βιώσιμη».

Έπρεπε λοιπόν, επισήμανε, να επιλεγεί μία εκ των δύο λύσεων που απέμεναν. Δηλαδή:

• είτε μεταφορά της υγιούς τράπεζας σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον εκδηλωνόταν ενδιαφέρον,

• είτε η αναδιάρθρωση της τράπεζας υπό καθεστώς μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με στόχο την πώλησή του εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.

Η επιλογή της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων είναι η καλύτερη, σημείωσε, για τους εξής λόγους:

Πρώτον, αποτελεί μόνιμη-βιώσιμη λύση σε σύγκριση με την ίδρυση μεταβατικής τράπεζας, όπου θα έπρεπε να εξευρεθεί σύντομα ιδιώτης αγοραστής,

Δεύτερον, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην δραστική μείωση του προσωπικού και του δικτύου, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση της μεταβατικής τράπεζας,

Τρίτον, επιταχύνει την προσαρμογή της εταιρικής κουλτούρας και αναβαθμίζει την αποτελεσματικότητα του μεταβιβαζόμενου υγιούς τμήματος,

Τέταρτον, ενέχει το μικρότερο τελικό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη και την ενίσχυση της μελλοντικής κερδοφορίας λόγω συνεργειών,

Πέμπτον, συντρέχει μειωμένος κίνδυνος επιπρόσθετων αναγκών ανακεφαλαιοποίησης στο μέλλον. Διότι εάν δεν βρισκόταν ενδιαφερόμενος επενδυτής σύντομα να αποκτήσει την μεταβατική τράπεζα, η τελευταία θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα και νέα κεφάλαια,

Τέλος, ενώ το χρηματοδοτικό κόστος εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, να είναι το ίδιο και στις δύο λύσεις, στην πραγματικότητα το τελικό πραγματικό κόστος θα είναι χαμηλότερο στην περίπτωση της μεταβίβασης.

«Διότι τις συνέργειες που θα επιτευχθούν θα τις καρπωθεί πρωτίστως ο κύριος μέτοχος της Τράπεζας Πειραιώς. Που δεν είναι άλλος από το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ» υπογράμμισε.

Μη ενήμερα δάνεια με ενέχυρο αγροτική γη

Σύμφωνα με την προσωρινή αποτίμηση, ανέφερε ο διοικητής της ΤτΕ, το χρηματοδοτικό έλλειμμα (δηλαδή η διαφορά μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού) ανέρχεται σε 6,67 δισ. ευρώ.

Το ποσό αυτό διασφαλίζει πλήρως τους καταθέτες που μεταφέρθηκαν στην ανάδοχο τράπεζα, τόνισε και προσέθεσε ότι αυτό το έλλειμμα καλύπτεται από το ΤΧΣ και θα μειωθεί σε βάθος χρόνου κατά περίπου 2,5 δισ ευρώ από τη ρευστοποίηση των μη υγιών στοιχείων ενεργητικού.

Το υγιές τμήμα της ΑΤΕ, προσέθεσε, περιλαμβάνει κυρίως τα ενήμερα δάνεια, τις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού τομέα (πλην leasing), το χαρτοφυλάκιο τίτλων, καθώς και τις καταθέσεις και τις υποχρεώσεις προς το Ευρωσύστημα (ΕΚΤ).

Υπάρχουν συμμετοχές που δεν μεταβιβάζονται και θα αξιοποιηθούν από το Δημόσιο, είπε ο κ. Προβόπουλος και ως παράδειγμα ανέφερε την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, την ΣΕΚΑΠ και τη Δωδώνη, ενώ ανέφερε ότι θα υπάρξει μέριμνα από την Πολιτεία για τα μη ενήμερα δάνεια που έχουν ενέχυρο αγροτική γη.

Η αξιολόγηση της προσφοράς της Πειραιώς


Για την αξιολόγηση της μοναδικής προσφοράς ελήφθησαν κυρίως υπόψη οι πιθανές συνέργειες και η μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του νέου σχήματος, σημείωσε ο κ. Προβόπουλος.

Με βάση τη μελέτη που έγινε για λογαριασμό της Πειραιώς, οι συνέργειες εκτιμώνται σε 155 εκατομμύρια ευρώ μετά από φόρους μέσα στην πρώτη τριετία και σε 155 εκατομμύρια ευρώ για κάθε χρονιά μετέπειτα, είπε.

Αυτό σημαίνει ότι αφού υπάρχουν σημαντικές συνέργειες για την Πειραιώς, το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή ο βασικός της πλέον μέτοχος, θα μπορέσει να ανακτήσει ταχύτερα τα κεφάλαια που έχει τοποθετήσει μέσω του ΤΧΣ, υπογράμμισε..

«Η λύση που επελέγη αποτελούσε επομένως μονόδρομο και προξενεί την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση για τον φορολογούμενο. Αποτελεί τη μόνη πραγματικά βιώσιμη λύση. Μια λύση που συμβάλλει και στην αναδιάταξη και ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος της χώρας, που έχει ήδη δρομολογηθεί», κατέληξε.

πηγή: tovima.gr

Αξιολόγηση