Πως τα ΄΄PIGS΄΄ όπως μας αποκαλούν έσωσαν τη Γερμανία

Πως τα ΄΄PIGS΄΄ όπως μας αποκαλούν έσωσαν τη Γερμανία
Στις αρχές της δεκαετίας του ’00 η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με το σπάσιμο της φούσκας τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών που οδήγησε στην παρ’ ολίγο κατάρρευση εταιριών κολοσσών των δύο αυτών κλάδων, προκαλώντας ένα γενικότερο χρηματοοικονομικό πανικό που αντέστρεψε τη ροή των επενδυτικών κεφαλαίων και έσπρωξε τη χώρα στην ύφεση.

Αντί τα κεφάλαια να βρίσκουν το δρόμο τους προς τις γερμανικές τράπεζες και τα γερμανικά περιουσιακά στοιχεία, αποδημούσαν, με τους επενδυτές να πουλούν οτιδήποτε γερμανικό και μεταξύ άλλων και τα γερμανικά τραπεζικά και κρατικά ομόλογα. Η ρευστότητα άρχισε να εξαντλείται και τα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων πήραν την ανιούσα κάνοντας δυσκολότερη τη χρηματοδότηση της οικονομίας σε μία περίοδο που το κόστος από την απορρόφηση της ανατολικής Γερμανίας εξακολουθούσε να δημιουργεί πολύ αυξημένες ανάγκες.

Το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου της χώρας σκαρφάλωσε γοργά από το 3,6% στο 5,6%. Το ευρώ βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση και έχασε περισσότερο από το 20% της αξίας του έναντι του δολαρίου προκαλώντας ερωτηματικά για την ίδια τη βιωσιμότητα του. Η Γερμανία δεχόταν επίθεση απ’ τις αγορές και έβλεπε τα περιουσιακά της στοιχεία να υποτιμούνται, συμπεριλαμβανομένου και του νέου νομίσματος της. Η μόλυνση της απ’ τον ιό της νομισματικής κρίσης ήταν γεγονός.

Η χρονική στιγμή που χτυπήθηκε η Γερμανία ήταν ιδιαίτερης σημασίας: ο βασικός της εμπορικός εταίρος, οι ΗΠΑ, κυλούσαν σε μία βαθιά ύφεση. Ο αναδυόμενος οικονομικός γίγαντας, η Κίνα, βρισκόταν ακόμη στα πρώιμα στάδια εισαγωγής προϊόντων του δυτικού πολιτισμού και δε μπορούσε να τραβήξει την γερμανική οικονομία έξω απ’ την ύφεση. Η Ευρώπη, δεν είχε ακόμη ενιαίο νόμισμα και οι περισσότερες χώρες έβρισκαν ακριβά τα γερμανικά προϊόντα όταν τα μετέτρεπαν στο εθνικό τους νόμισμα. Ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε να έρθει προς διάσωση της;

Προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση της, η Γερμανία χρειαζόταν άμεσα στο ευρώ όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες. Παραβλέποντας την πραγματική τους ικανότητα να προσχωρήσουν στην ΕΕ, υποδέχτηκε σε αυτήν ανέτοιμα για την Ένωση κράτη, όπως την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως αντλία που τα φούσκωνε με φθηνό ρευστό ώστε με την πλεονάζουσα ρευστότητα τους να μπορούν να αγοράζουν τα ακριβά γερμανικά προϊόντα.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η ΕΚΤ μείωσε τα επιτόκια του ευρώ από το 5% στο 2%, διατηρώντας τα σε αυτά τα επίπεδα κόντρα στις μακροοικονομικές ανάγκες της ευρωζώνης για περισσότερο από δυόμιση χρόνια, μεταξύ του 2003 και 2006. Στα τέλη του 2005, όταν τα αμερικανικά και τα βρετανικά επιτόκια ξεπερνούσαν το 4% και τα αυστραλιανά το 5% τα ευρωπαϊκά εξακολουθούσαν να κυμαίνονται στο ιστορικό χαμηλό τους, 2%.

Το φθηνό χρήμα δημιούργησε φούσκες περιουσιακών στοιχείων στα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου που είχαν μόλις υιοθετήσει το ευρώ, προκαλώντας αυξήσεις ρεκόρ στον κλάδο κατοικίας, στην καταναλωτική πίστωση, στις χρηματιστηριακές αγορές και αλλού. Χωρίς να έχουν, πλέον, τον έλεγχο της νομισματικής τους πολιτικής, οι κυβερνήσεις του Νότου ήταν πολύ πιο δύσκολο πολιτικά να σταματήσουν την υπερβολική ανάπτυξη της ρευστότητας για να προστατεύσουν τις οικονομίες τους και πολύ πιο εύκολο να ‘πουλήσουν’ στους ψηφοφόρους τους ως πραγματική, την πλασματική ανάπτυξη που δημιουργούνταν. Η ενίσχυση του πληθωρισμού που αναπόφευκτα ακολούθησε, έκανε τις χώρες του Νότου λιγότερο ανταγωνιστικές. Ρίχνοντας το βάρος τους περισσότερο στην αντιστάθμιση των κοινωνικών συνεπειών του πληθωρισμού παρά στην αντιμετώπιση του, οι κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου προέβησαν σε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, που σε συνδυασμό με την παράταση της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ προκάλεσε περαιτέρω ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων.

Από το 2002 που η Ελλάδα μπήκε στην ευρωζώνη μέχρι το 2007 που οι φούσκες στην αγορά κατοικίας, στο χρηματιστήριο, στην πίστωση και στην κατανάλωση είχαν φτάσει στα όρια τους, η ΕΚΤ διατήρησε το μέσο επιτόκιο του ευρώ κοντά στο 2,7%, ρίχνοντας κηροζίνη σε μια φωτιά που έμελλε να κάψει την ευρωπαϊκή περιφέρεια αρχίζοντας απ’ την Ελλάδα.

Το 2005 ο διευθυντής οικονομικών της επενδυτικής εταιρίας Nomura σε συζήτηση του με ανώτατο αξιωματούχο της ΕΚΤ παρατήρησε πως ήταν άδικο να εξωθούνται οι χώρες της ΕΕ εν αγνοία τους στη διάσωση της – υπεύθυνης για την κρίση της – Γερμανίας, με το να φουσκώνονται εσκεμμένα οι οικονομίες τους μέσω μίας παρατεταμένης πολιτικής νομισματικής χαλάρωσης απ’ την ΕΚΤ ώστε να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα. Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ του έδωσε την εξής απάντηση: ’αυτή είναι η έννοια ενός ενιαίου νομίσματος: επειδή η Γερμανία δε μπορεί κατ’ εξαίρεση να υιοθετήσει ένα πακέτο τόνωσης η μόνη άλλη επιλογή είναι να σηκώσει όλη την Ένωση μέσω της νομισματικής πολιτικής’.

Οι τράπεζες δανείζονταν απ’ την ΕΚΤ με σχεδόν μηδενικό κόστος και στη συνέχεια κυριολεκτικά κυνηγούσαν τους πολίτες να δανειστούν χρήματα προκειμένου να αγοράσουν σπίτια, αυτοκίνητα, άλλα προϊόντα που ειδάλλως είτε δε θα μπορούσαν είτε θα το σκέφτονταν πολύ πριν δανειστούν για να τα αποκτήσουν. Η ΕΚΤ ήταν σα να είχε προμηθεύσει κάθε πολίτη της ΕΕ με μία πιστωτική κάρτα παροτρύνοντας τον να τη χρησιμοποιήσει. Αυτό έκανε τους πολίτες των κρατών του Νότου να μάθουν να ζουν πέρα απ’ τις πραγματικές τους δυνατότητες όσο η Γερμανία απολάμβανε ένα μέγα πακέτο διάσωσης της οικονομίας της. Η Siemens και άλλοι γερμανικοί κολοσσοί κατέγραφαν κέρδη ρεκόρ εξαιτίας του εμπορίου τους με το Νότο και αυτά αντικατροπτίζονταν στις τιμές των μετοχών τους στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου, πολλαπλασιάζοντας τον πλούτο τους.

Πηγή: Η Κρίση ξεκίνησε με τη διάσωση της Γερμανίας απ’ το Νότο. - RAMNOUSIA

Αξιολόγηση