Υπό όρους πλέον η αύξηση των αντικειμενικών

Υπό όρους πλέον η αύξηση των αντικειμενικών
Σοβαρά εμπόδια στη σχεδιαζόμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών μπορεί να βάλει η νομολογία των δικαστηρίων, καθώς απαιτεί να στηρίζεται η αναπροσαρμογή σε στοιχεία πρόσφατα, που να απεικονίζουν την πραγματική και όχι την πλασματική αγοραία αξία των ακινήτων.

Με βάση την ίδια νομολογία ζητείται να ληφθεί υπόψη και το ενδεχόμενο να έχει συμπληρωθεί κατά τη νέα αναπροσαρμογή τουλάχιστον διετής ύφεση που να βεβαιώνεται ότι έχει πλήξει την αγορά ακινήτων. Αυτό σημαίνει, γράφει το imerisia.gr, ότι στην περίοδο της μεγάλης κρίσης που βιώνουμε, οι νέες αντικειμενικές αξίες δεν μπορούν να υπερβούν το μέσο όρο της αγοραίας αξίας των ακινήτων χωριστά σε κάθε περιοχή, γιατί αλλιώς απειλούνται με ακύρωση.

Σε περιοχές, μάλιστα, που οι τιμές πώλησης εμφανίζονται χαμηλότερες των αντικειμενικών αξιών, το κράτος οφείλει να τις αναπροσαρμόσει προς τα κάτω, αφού θα κινδυνεύει η εκάστοτε υπουργική απόφαση να ακυρωθεί μετά από σχετική προσφυγή των ενδιαφερομένων στα δικαστήρια.

Με αποφάσεις του το Συμβούλιο της Επικρατείας διχάστηκε γύρω από τις αυξήσεις αντικειμενικών αξιών που αποφασίστηκαν στις αρχές του 2011 σε διάφορες ζώνες του Π. Ψυχικού, κρίνοντας άλλες από αυτές νόμιμες και άλλες παράνομες. Οι χθεσινές δικαστικές αποφάσεις (2016 - 2021/12) θα επηρεάσουν προφανώς και τις σχεδιαζόμενες από το υπουργείο Οικονομικών αναπροσαρμογές των αντικειμενικών αξιών ανά την επικράτεια.

Επαρκή στοιχεία
Από τη διαμορφούμενη νομολογία, ιδιαίτερα βαρύνουσα είναι η επισήμανση ότι οι αυξήσεις πρέπει να στηρίζονται και να δικαιολογούνται με βάση επαρκή και πρόσφατα στοιχεία αγοραπωλησιών που έγιναν τελευταία και όχι με παλαιότερα ή με αγγελίες για μελλοντική πώληση, που δεν αποτελούν ασφαλές στοιχείο. Παράλληλα, μολονότι το ΣτΕ απέρριψε κατ' αρχήν (στην περίπτωση του Π. Ψυχικού) τον ισχυρισμό για ακυρότητα των αυξήσεων λόγω της ύφεσης στην αγορά ακινήτων, άφησε ορθάνοιχτο το ζήτημα αυτό για το άμεσο μέλλον και γενικότερα για άλλες περιοχές. Κι αυτό γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, βάρυνε στην κρίση του ότι οι αυξήσεις έγιναν για βάθος χρόνου εξαετίας, καθώς οι προηγούμενες του 2007 και 2009 έχουν ακυρωθεί, με συνέπεια να ισχύουν ακόμα τιμές του 2005.

Ταυτόχρονα, δέχθηκε ότι, όταν έγιναν οι αυξήσεις στο ξεκίνημα του 2011, δεν είχε ακόμα συμπληρωθεί διετία από την ύφεση που έπληξε την αγορά ακινήτων και συνεπώς δεν μπορούσε ακόμα να ευσταθήσει ο σχετικός ισχυρισμός περί ύφεσης που πρόβαλαν οι ιδιοκτήτες ακινήτων, που προσέφυγαν κατά των αυξήσεων. Επίσης στην κρίση του ΣτΕ για νομιμότητα των αυξήσεων, βάρυναν και οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αρμόδια ΔΟΥ για 608 δηλώσεις μεταβίβασης ακινήτων που έγιναν το 2010 στο Ψυχικό, με την πρόσθετη γνώμη της ότι η οικονομική κρίση δεν είχε πλήξει τότε την αγορά ακινήτων με υψηλές τιμές. Άποψη που, κατά το ΣτΕ, ήταν «κατ' αρχήν επαρκώς αιτιολογημένη και δεν ερχόταν σε αντίθεση, και μάλιστα πρόδηλη, προς τα διδάγματα της κοινής πείρας».

Η αύξηση για τη β' ζώνη του Π. Ψυχικού ήταν στο διπλάσιο, από 4.100 ευρώ το 2005, σε 8.000 ευρώ ανά τ.μ. στις αρχές του 2011, σύμφωνα με τη σχετική υπουργική απόφαση (Ενώ η ΔΟΥ ζητούσε ακόμα μεγαλύτερη 9.500 ευρώ ανά τ.μ.).

Νόμιμη
Το Β' Τμήμα ΣτΕ υπό τον αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου δέχθηκε ως νόμιμη τη σχετική αύξηση και απέρριψε τους ισχυρισμούς τον κατοίκων ότι δεν δικαιολογείται, γιατί οι ισχυρισμοί τους αυτοί στηρίχθηκαν στην εσφαλμένη εκδοχή ότι με την αναπροσαρμογή επιδιώχθηκε η αφομοίωση της μεταβολής των αγοραίων αξιών μόνο κατά το τελευταίο έτος (και όχι κατά την τελευταία εξαετία).

Αντίθετα, το ΣτΕ έκρινε ότι πρέπει να ακυρωθούν οι αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών για τη στ' ζώνη (από 4.300 σε 5.500 ευρώ) και για ένα δρόμο της β' ζώνης με ιδιαίτερη κυκλοφοριακή επιβάρυνση.

Αξιολόγηση