Alpha: Έξοδος από το Μνημόνιο δε σημαίνει έξοδο από την κρίση

Alpha: Έξοδος από το Μνημόνιο δε σημαίνει έξοδο από την κρίση
«Η έξοδος από το Μνημόνιο δεν είναι συνώνυμο της εξόδου από την κρίση. Αντιθέτως, βάζει την χώρα σε ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες» σχολιάζει στο εβδομαδιαίο δελτίο της η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank. 

«Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί η υλοποίηση του Μνημονίου θα οδηγήσει στην ανάπτυξη και όχι να προωθούν την απαγκίστρωση από το Μνημόνιο ως συνώνυμο της ανάπτυξης» σημειώνει μεταξύ άλλων η Alpha Bank, τονίζοντας ότι «καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να νομοθετήσει αύξηση των εισοδημάτων, εκτός και αν τυπώνει πληθωριστικό χρήμα» και ότι «μόνον η επανάκαμψη των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, που είναι συνάρτηση της αποκατάστασης εμπιστοσύνης μέσω διαφύλαξης ενός πλαισίου σταθερότητος στην λειτουργία της οικονομίας, είναι δυνατόν να οδηγήσει στην χορήγηση νέων δανείων στην αγορά».

Το πλήρες κείμενο της Alpha έχει ως εξής:

«Το Υπουργείο Οικονομικών δημοσίευσε τα στοιχεία για το ύψος και τη σύνθεση του Χρέους της Κεντρικής Διοίκησης την 31/3/2011, μετά την ολοκλήρωση του PSI Plus, δηλαδή της αναδιάρθρωσης και επιμήκυνσης των λήξεων του χρέους (ύψους € 207 δισ.) που ήταν στην κατοχή τραπεζών, θεσμικών επενδυτών και ιδιωτών, με ταυτόχρονη μείωση της ονομαστικής του αξίας κατά 53,5%. Σημειώνεται ότι στο τέλος Μαρτίου 2012 είχε ολοκληρωθεί μόνο η αναδιάρθρωση του χρέους (ύψους € 177,3 δισ.) που είχε εκδοθεί με βάση το ελληνικό δίκαιο, ενώ η ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του χρέους που είχε εκδοθεί με βάση ξένο δίκαιο ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2012. Λαμβάνοντας υπόψη τις πράξεις που είχαν γίνει έως το τέλος Μαρτίου 2012, το Χρέος της Κεντρικής Διοίκησης είχε μειωθεί στα € 280,3 δισ. την 31.3.2012, από € 368,0 δισ. την 31.12.2011. Επίσης, την 31.3.2012 υπήρχαν ταμιακά διαθέσιμα του δημοσίου ύψους € 4,4 δισ., έναντι € 3,63 δισ. την 31.12.2011. Είχαμε δηλαδή μια μείωση του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης κατά € 88,5 δισ.

Ειδικότερα, η μείωση της αξίας των ομολόγων που είχαν εκδοθεί με βάση το ελληνικό δίκαιο ανήλθε στα € 125 δισ., αλλά ταυτόχρονα αυξήθηκαν τα δάνεια που έλαβε το ελληνικό δημόσιο από το Μηχανισμό Στήριξης (από τη Ζώνη του Ευρώ και το ΔΝΤ) κατά €38,73 δισ. Τα νέα δάνεια από τον Μηχανισμό Στήριξης ελήφθησαν αφενός για ενίσχυση της πιστοληπτικής διαβάθμισης των νέων μακροπρόθεσμων (11-30 ετών) ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που εκδόθηκαν για να ανταλλαγούν με τα παλιά ομόλογα (που έληγαν σε μεγάλο βαθμό στην περίοδο 2012-2020) και για την πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων των παλαιών ομολόγων. Έτσι, την 31.3.2012 το χρέος της κεντρικής διοίκησης αποτελείτο κατά € 149,6 δισ. από ομόλογα και ΕΓΕΔ (€ 15,0 δισ.) και κατά € 130,7 δισ. από δάνεια, εκ των οποίων τα € 5,7 δισ. από την Τράπεζα της Ελλάδος και τα € 111,94 δισ. από το Μηχανισμό Στήριξης.

Με βάση τα ανωτέρω, στο Διάγραμμα 1 φαίνεται η εντυπωσιακή μείωση του ύψους των λήξεων δημοσίου χρέους της Ελλάδος έως το 2020, με το εναπομένον ελάχιστο χρέος να οφείλεται μόνο έναντι της ΕΚΤ και των άλλων Ευρωπαϊκών Κεντρικών Τραπεζών. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Ελλάδα αντιμετωπίζει πολύ μικρότερη δανειακή επιβάρυνση της οικονομίας της από λήξεις και ανάγκες αναχρηματοδότησης χρέους σε ολόκληρη την περίοδο έως το 2020, αλλά και στα επόμενα έτη, από την πολύ μεγάλη δανειακή επιβάρυνση που αντιμετωπίζει τόσο ο δημόσιος όσο και ο τραπεζικός τομέας πολλών άλλων Ευρωπαϊκών χωρών που επιβαρύνονται τελευταία με μικρές ή μεγάλες κρίσεις στις αγορές δημοσίου χρέους τους. Η ουσιαστική αναδιάρθρωση και η σημαντική μείωση του δημοσίου χρέους δίνουν στην Ελλάδα μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για να επιδιώξει τώρα απερίσπαστα την έγκαιρη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας της, με αύξηση του ΑΕΠ από το 2013 και με ικανοποιητική ανάπτυξη από το 2014 και μετά για να γίνει δυνατή η οριστική έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την κρίση από το 2015.

Διότι εκτός από τη δραστική μείωση του δημοσίου χρέους και των αναγκών αναχρηματοδότησης αυτού του χρέους στην περίοδο 2012-2020, η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει και πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους €165,4 δισ. στην περίοδο 2012-2014 από τη Ζώνη του Ευρώ και από το ΔΝΤ. Τα κεφάλαια αυτά συνίστανται από τα εναπομένοντα ποσά, ύψους € 35,4 δισ. από το 1ο Πακέτο Χρηματοδοτικής Ενίσχυσης (1ο ΠΧΕ) (Μάιος 2010) και από τα € 130 δισ. του 2ου ΠΧΕ (Φεβρουάριος 2012). Επιπλέον, έχουν προωθηθεί ουσιαστικά οι διαδικασίες για την επιτάχυνση της εισροής στην Ελλάδα στην περίοδο 2012-2015 των επενδυτικών ενισχύσεων ύψους € 14 δισ. που δικαιούται από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα χρησιμοποιηθούν για την εξασφάλιση και σημαντικών πρόσθετων χρηματοδοτικών πόρων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

Ειδικότερα, η Ελλάδα έχει προγραμματιστεί να λάβει από το 1ο και το 2ο ΠΧΕ € 120 δισ. το 2012 (έχει ήδη λάβει € 61,2 δισ.), € 22,7 δισ. το 2013 και τα € 21,3 δισ. το 2014. Επιπλέον, θα λάβει άνω των € 5,0 δισ. ετησίως από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ-27.

Με την ανωτέρω χρηματοδοτική ενίσχυση της χώρας θα καλυφθούν πλήρως οι ανάγκες χρηματοδότησής της το 2012 για πληρωμή των χρεολυσίων και των τόκων δημοσίου χρέους ύψους, καθώς και για την χρηματοδότηση του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης. Επιπλέον, καλύπτονται πλήρως με κεφάλαια ύψους € 48,8 δισ. η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, καθώς και η πληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κράτους στον ιδιωτικό τομέα με κεφάλαια ύψους € 6,5 δισ. Με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα αποκατασταθεί πλήρως η εμπιστοσύνη των αποταμιευτών στο τραπεζικό σύστημα της χώρας και θα επανεισρεύσουν οι καταθέσεις που έχουν αποσυρθεί τους τελευταίους 12-μήνες με αποτέλεσμα την αύξηση και των τραπεζικών χορηγήσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Με την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου προς τις επιχειρήσεις θα υπάρξει επίσης μια πρόσθετη σημαντική ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία.

Τέλος, με την επιτάχυνση της εισροής των χρηματοδοτικών επενδυτικών ενισχύσεων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ-27 και από την ΕΤΕπ δημιουργούνται οι συνθήκες για την επανεκκίνηση των μεγάλων δημοσίων έργων των οποίων η κατασκευή είχε διακοπεί τα τελευταία δύο έτη. Επίσης, και το 2013 θα διατεθούν € 22,7 δισ. για την πληρωμή των τόκων του δημοσίου χρέους και για πληρωμή των χρεολυσίων. Σημειώνεται ότι το 2013 προγραμματίζονται: (1) η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος (€ 4,0 δισ.) στη γενική κυβέρνηση και (2) σημαντικά έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και από την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας της χώρας.

Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω μπορεί να είναι η έγκαιρη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και η εγκαθίδρυση των βάσεων για ικανοποιητική ανάπτυξή της από το 2013 και μετά που με τη σειρά της θα συμβάλλει αποφασιστικά στην επιδιωκόμενη δημοσιονομική προσαρμογή. Εθνική επιδίωξη, λοιπόν, αποτελεί η υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει με συντονισμένο και αποφασιστικό τρόπο από μια ισχυρή ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με τους εταίρους μας στην ΕΕ-27 και το ΔΝΤ. Στο πλαίσιο αυτό, η προτεινόμενη από κάποια πολιτικά κόμματα αντιστροφή της πορείας υλοποίησης του Μνημονίου θα στερήσει την ελληνική οικονομία από τα σημαντικά κεφάλαια τα οποία είναι απολύτως αναγκαία αφενός για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της μετά τις ζημιές από το PSI plus και αφετέρου για την έγκαιρη ανάκαμψη και ανάπτυξή της.

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Όσοι τις προτείνουν, παραπλανούν τους πολίτες και δημιουργούν ψευδαισθήσεις. Τα κόμματα που προτείνουν αναθεώρηση της δανειακής σύμβασης θα πρέπει να εξηγήσουν πού θα βρεθούν τα χρήματα για να χρηματοδοτηθούν τα ελλείμματα του δημοσίου, που θα μεγαλώσουν εάν αντιστραφούν οι πολιτικές του Μνημονίου. Ήδη, λόγω της πολιτικής αστάθειας, οι ανάγκες χρηματοδότησης μεγαλώνουν λόγω καθυστερήσεων στην είσπραξη των φορολογικών εσόδων και στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων. Η έξοδος από το Μνημόνιο δεν είναι συνώνυμο της εξόδου από την κρίση. Αντιθέτως, βάζει την χώρα σε ακόμη μεγαλύτερες περιπέτειες. Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί η υλοποίηση του Μνημονίου θα οδηγήσει στην ανάπτυξη και όχι να προωθούν την απαγκίστρωση από το Μνημόνιο ως συνώνυμο της ανάπτυξης. Μπορεί οι πολιτικές αυτές να δημιουργούν ύφεση μεσοπρόθεσμα αλλά, σε μεγάλο βαθμό, αυτό εξαρτάται από τον τρόπο εφαρμογής του Μνημονίου και την ύπαρξη ή μη συνοδευτικών πολιτικών βελτίωσης του επενδυτικού κλίματος. Η έξοδος από το Μνημόνιο δεν θα μειώσει την ανεργία. Αυτό που θα βελτιώσει την κατάσταση είναι οι δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις μέσω ΕΣΠΑ, η επανεκκίνηση των μεγάλων έργων υποδομής με την συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και οι αποκρατικοποιήσεις, που μπορούν να φέρουν άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα.

Όλα τα ανωτέρω, όμως, δεν μπορούν να γίνουν εκτός του κοινοτικού πλαισίου αναφοράς. Αυτά είναι σημεία που θα μπορούσαμε να διαπραγματευτούμε, μαζί με στόχους για την μείωση της ανεργίας. Η πολυπόθητη ανάπτυξη δεν εξορκίζεται. Δημιουργείται μέσα από προϋποθέσεις σταθερότητας. Βαυκαλίζονται όσοι νομίζουν ότι θα φέρουν την ανάπτυξη με το έτσι θέλω, με λεφτά από τους πλούσιους, φόρους στον τζίρο των επιχειρήσεων κλπ. Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να νομοθετήσει αύξηση των εισοδημάτων, εκτός και αν τυπώνει πληθωριστικό χρήμα. Ούτε η ανάπτυξη πρόκειται να ξεκινήσει με τις τράπεζες να διαθέτουν χρήματα που δεν έχουν στην αγορά. Μόνον η επανάκαμψη των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, που είναι συνάρτηση της αποκατάστασης εμπιστοσύνης μέσω διαφύλαξης ενός πλαισίου σταθερότητος στην λειτουργία της οικονομίας, είναι δυνατόν να οδηγήσει στην χορήγηση νέων δανείων στην αγορά. Τα λεφτά που δίδονται στις τράπεζες (τα €18 δισ.) προέρχονται από την δανειακή σύμβαση που ορισμένοι θέλουν να επαναδιαπραγματευθούν ενώ ταυτόχρονα επιμένουν ότι, ακόμη και αν φύγουμε από το Μνημόνιο, λεφτά υπάρχουν για την ανάκαμψη της οικονομίας. Τα λεφτά αυτά, βεβαίως, είναι νέα κεφάλαια σε αναπλήρωση των κεφαλαίων που χάθηκαν στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, του PSI plus. Δεν είναι ρευστότητα, όπως είναι οι καταθέσεις. Τα κεφάλαια μιας τραπέζης δεν μπορούν να γίνουν δάνεια (μακροπρόθεσμη τοποθέτηση που δεν είναι άμεσα απαιτητή). Πρέπει να είναι τοποθετημένα σε άμεσα ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας για να μπορούν να αντιμετωπισθούν δυσμενείς εξελίξεις. Και τα €18 δισ. είναι σε μορφή ομολόγων ΑΑΑ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητος. Ναι, μεν, μπορούν να δοθούν ως ενέχυρο για να πάρουν φθηνότερη ρευστότητα οι τράπεζες από την ΕΚΤ, αλλά σε καμιά περίπτωση η ρευστότητα αυτή δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε δάνεια. Οι τράπεζες έχουν πρώτιστο καθήκον να προστατεύουν τις καταθέσεις και για να το κάνουν αυτό θα πρέπει να είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες. Και αυτό επιτυγχάνεται με τα €18 δισ. σε κεφάλαια με τα οποία ενισχύονται. H επίκληση της κρατικοποίησης των τραπεζών ως αντίβαρο στην χορήγηση των €18 δισ., δεν πρόκειται να δημιουργήσει από μόνη της ρευστότητα. Οι αρχές της πολιτικής οικονομίας δεν αλλάζουν είτε οι τράπεζες είναι ιδιωτικές είτε είναι κρατικές».

Αξιολόγηση