WSJ: Η κυβέρνηση και οι πιστωτές βρίσκονται και πάλι σε αδιέξοδο

WSJ: Η κυβέρνηση και οι πιστωτές βρίσκονται και πάλι σε αδιέξοδο
Έξι χρόνια από τότε που ξεκίνησε η διάσωση της Ελλάδας, η κυβέρνηση και οι πιστωτές βρίσκονται και πάλι σε αδιέξοδο που κινδυνεύει να επαναφέρει τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας, γράφει η Wall Street Journal.

Το αδιέξοδο αφορά σε ένα πακέτο μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που θα μπορούσε να αγγίξει έως το 5% του ΑΕΠ.

Το παράδοξο είναι πως δύσκολα βρίσκει κανείς κάποιον εμπλεκόμενο πολιτικό –ή οικονομολόγο- που να υποστηρίζει πως ένα τέτοιου μεγέθους περαιτέρω «σφίξιμο του ζωναριού» είναι αυτό που χρειάζεται η χώρα σε αυτή τη φάση. Όμως οι διαφορές μεταξύ των πιστωτών της χώρας, της ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αποτρέπουν την επανεκτίμηση των μέτρων που θα βοηθήσουν τη χώρα να ξανασταθεί στα πόδια της.

Τον Μάιο του 2010, το βαρύ πρόγραμμα λιτότητας για την Ελλάδα ήταν αναπόφευκτο. Η χώρα είχε χάσει τον έλεγχο των δημοσιονομικών της. Κανένας δανειστής δεν ήταν πρόθυμος να χρηματοδοτήσει το κατεστημένο. Το πρωτογενές έλλειμμα της Ελλάδας, από το οποίο εξαιρούνται οι τόκοι, ξεπερνούσε το 10% του ΑΕΠ.

Τα επόμενα πέντε χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις επέβαλαν περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων ύψους περίπου 32,3% του ΑΕΠ, λιτότητα πολύ μεγαλύτερη απ' όσο είδε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Ο προϋπολογισμός κατέγραψε μικρό πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 0,7% του ΑΕΠ το 2015, βελτίωση σχεδόν 11 ποσοστιαίων μονάδων από τότε που ξέσπασε η κρίση.

Όμως, μόνο για να αντισταθμιστεί η επίπτωση της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας, που οδήγησε σε 'βουτιά' των φορολογικών εσόδων, χρειάστηκαν τα δυο τρίτα της δημοσιονομικής προσπάθειας. Το ΔΝΤ δήλωσε το 2013 πως οι πιστωτές είχαν υποτιμήσει το πόσο θα έπληττε την οικονομία το ριζοσπαστικό πρόγραμμα λιτότητας. Καθώς μειώνονταν το ΑΕΠ, το χρέος της Ελλάδας αυξάνονταν, με αποτέλεσμα η χώρα να μην μπορεί να ανακτήσει την φερεγγυότητά της.

Πέρυσι η ελληνική κοινωνία έφτασε στα όριά της, κάτι που οδήγησε στην εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επιχείρησε την διπλωματική πολιτική των άκρων σε μια προσπάθεια να αναγκάσει τη Γερμανία και την υπόλοιπη ευρωζώνη να χαλαρώσουν τους όρους της διάσωσης. Τώρα που η εξέγερση του ΣΥΡΙΖΑ έχει καταλαγιάσει και τα φορολογικά έσοδα της Ελλάδας καλύπτουν αυτά που δαπανά για τις δημόσιες υπηρεσίες, το ερώτημα που διχάζει τους πιστωτές είναι πόσο πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί ρεαλιστικά να πετύχει και να διατηρήσει η Ελλάδα, δεδομένης της βαθύτατα υφεσιακής οικονομίας της και του εύθραυστου πολιτικού σκηνικού της.

Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης πραγματοποιούν έκτακτη συνεδρίαση σήμερα για να συζητήσουν το πρόβλημα. Λίγοι όμως περιμένουν ότι θα βρεθεί λύση. Η λύση πρέπει να βρεθεί το αργότερο μέχρι τον Ιούλιο, που η Ελλάδα θα αθετήσει πληρωμή χρέους αν δεν υπάρξει συμφωνία που θα «ξεκλειδώνει» χρήματα από τη διάσωση.

Το νούμερο που προκαλεί το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το 3,5% του ΑΕΠ –δηλαδή ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος που αναφέρεται στην περυσινή συμφωνία διάσωσης της Ελλάδας. «Το ΔΝΤ θεωρεί πως ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να είναι χαμηλότερος. Αυτό θα βοηθούσε την Ελλάδα», σχολιάζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της JPMorgan, David Mackie.

Ένας στόχος για μικρότερο πλεόνασμα θα έδινε τη δυνατότητα για λιγότερη λιτότητα και περιθώριο ανάσας στην ελληνική οικονομία, όπως υποστηρίζουν εδώ και μήνες οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ. Όμως παράλληλα θα περιελάμβανε αναδιάρθρωση των ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα, ώστε να μην αυξηθεί ακόμα περισσότερο το χρέος της χώρας.

Κατ' ελάχιστο, το ΔΝΤ θέλει η Ευρώπη να μεταθέσει για αρκετές δεκαετίες τις αποπληρωμές του ελληνικού χρέους.

Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης, με επικεφαλής τη Γερμανία, δεν θέλουν να δεχθούν «κούρεμα» επί των δανείων διάσωσης που έχουν χορηγήσει στην Ελλάδα, τα οποία ανέρχονται σε 205 εκατ. ευρώ μέχρι τώρα. Το Βερολίνο επιμένει πως ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα δεν μπορεί να αλλάξει.

Ευρωπαϊκοί θεσμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηρίζουν πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται μέτρα λιτότητας άνω του 3% του ΑΕΠ για να πετύχει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος. Το ΔΝΤ λέει πως ο στόχος θα είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί. Ορισμένοι ευρωπαίοι πολιτικοί νομίζουν πως το ΔΝΤ είναι επίτηδες απαισιόδοξο, προκειμένου να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να συμφωνήσουν σε ελάφρυνση χρέους.

«Είναι καλό που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί φαίνεται να παραδέχονται ότι η ελληνική οικονομία δεν αντέχει περαιτέρω δραματική δημοσιονομική σύσφιξη», αναφέρει ο υποδιευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης (think tank με έδρα το Λονδίνο), Simon Tilford. «Όμως δεν μπορούν να φτάσουν στο πασιφανές συμπέρασμα ότι ο στόχος πρέπει να προσαρμοστεί. Αν προχωρήσουν έτσι, τότε θα πρέπει να διευθετήσουν το θέμα του χρέους».

Για να ικανοποιήσουν το ΔΝΤ, απορρίπτοντας ταυτόχρονα το αίτημά του για χαμηλότερο στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος, η Γερμανία και άλλες χώρες της ευρωζώνης έχουν πει στην Ελλάδα πως θα πρέπει να νομοθετήσει περικοπές επιπλέον 2% του ΑΕΠ, που θα ισχύσουν αυτόματα αν ο προϋπολογισμός της Ελλάδας είναι εκτός στόχου.

Το πλήρες πακέτο λιτότητας του 5%, ή σχεδόν 9 δισ. ευρώ, είναι παραπάνω απ' όσο μπορεί να περάσει από τη Βουλή ο Αλέξης Τσίπρας, αναφέρουν σύμβουλοι του Έλληνα πρωθυπουργού (σ.σ. το ίδιο έγραψε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στην επιστολή του στους υπουργούς Οικονομικών). Η συντηρητική αντιπολίτευση έχει επίσης πει πως δεν μπορεί να δεχθεί τόσο βαθιές περικοπές. Έτσι, η μόνη συμβιβαστική λύση στην οποία μπόρεσαν να καταλήξουν ΔΝΤ και ευρωζώνη, ενδέχεται να δοκιμάσει την πολιτική συνοχή της Ελλάδας και να την φέρει σε οριακό σημείο.

Η Ελλάδα έχει κάνει αντιπροτάσεις, όμως το ΔΝΤ λέει πως δεν είναι αρκετές. Οι γερμανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν πως δεν μπορούν να εκταμιεύσουν άλλα χρήματα για την Ελλάδα αν δεν είναι ικανοποιημένο το ΔΝΤ.

Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν πως ο «καυγάς» μεταξύ των δανειστών για τους στόχους της περικοπής δαπανών και της αύξησης φόρων εμποδίζουν την ανάγκη της Ελλάδας για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις των κανονισμών και των θεσμών της προκειμένου να καταστεί πιο αποδοτικός ο ιδιωτικός τομέας της χώρας.

«Το πραγματικό πρόβλημα είναι πως πρέπει να έχεις εξαγωγές που αυξάνονται», σημειώνει ο Daniel Gros, διευθυντής του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής. Διαφορετικά η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει χωρίς να διολισθήσει και πάλι στην εξάρτηση από τον ξένο δανεισμό για να πληρώσει για τις εισαγωγές της, σύμφωνα με τον ίδιο.