Πρώτο σε μεταρρυθμιστική δραστηριότητα το ΥΠΟΙΚ

Πρώτο σε μεταρρυθμιστική δραστηριότητα το ΥΠΟΙΚ
Στην ποσοτική μέτρηση του καταγραφέντος μεταρρυθμιστικού έργου των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2010 μέχρι και το πρώτο εξάμηνο

2014 προχώρησε το Διαρκές Παρατηρητήριο Μεταρρυθμίσεων του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.

ΤοΥπουργείο Οικονομικώνκαι τοΥπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καταγράφουν τη μεγαλύτερη, ποσοτικά, μεταρρυθμιστική δραστηριότητα από το 2010 έως και το 1ο εξάμηνο του 2014, ενώ οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποδεικνύονται αποδοτικότερες.

Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα από την ποσοτική μέτρηση του καταγραφέντος μεταρρυθμιστικού έργου των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2010 μέχρι και το πρώτο εξάμηνο 2014, που συνέλεξε τοΔιαρκές Παρατηρητήριο Μεταρρυθμίσεων του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας ΔιακυβέρνησηςτουΕλληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίουπροκύπτει ότι από το 1ο τρίμηνο του 2012 κι έπειτα αρχίζει μια σημαντική πτώση της μεταρρυθμιστικής δραστηριότητας η οποία σταματά στο 3ο τρίμηνο του ίδιου έτους.

Η απουσία κυβερνητικής σταθερότητας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο φαίνεται πως διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, κάτι που γίνεται εμφανές και στην αμέσως επόμενη περίοδο (τρικομματική κυβέρνηση) όπου χαρακτηρίζεται από έντονα αυξητική μεταρρυθμιστική δραστηριότητα. Παράλληλα γίνεται αντιληπτό πως οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποδεικνύονται αποδοτικότερες κατά την περίοδο αναφοράς. Η έντονα αυξητική τάση διήρκεσε έως τον Ιούνιο 2013 κι ακολουθεί μια σταθερά πτωτική τάση πού συμπίπτει με την αποχώρηση της ΔημΑρ απο την Κυβέρνηση (Ιούνιος 2013). Επιπλέον, η μείωση που παρατηρήθηκε από τον Οκτώβριο 2013 έως σήμερα καταδεικνύει την πιθανή κόπωση της σημερινής κυβέρνησης συνεργασίας από το συνεχές παραγόμενο μεταρρυθμιστικό έργο, αλλά και από την σημαντική επίδραση που είχαν οι Ευρωεκλογές και οι Δημοτικές εκλογές το Μάιο 2014.

Η μεταρρυθμιστική δραστηριότητα των Υπουργείων

Από το 2010 έως και το 1ο εξάμηνο του 2014 τη μεγαλύτερη, ποσοτικά, δραστηριότητα παρουσιάζουν το Υπουργείο Οικονομικών (25%) και το Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (12%), ενώ ακολουθούν τοΥπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (10%), τοΥπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησηςκαι τοΥπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Φαίνεται πως το αντικείμενο και η φύση των υπουργείων παίζουν σημαντικό ρόλο στην ποσοτική παραγωγή μεταρρυθμίσεων.

Οι μεταρρυθμίσεις ανά κλάδο

Σε ότι αφορά την πορεία των μεταρρυθμίσεων ανά κλάδο για την εξεταζόμενη περίοδο, παρατηρείται ότι το μεγαλύτερο μέρος των θεσμοθετημένων μεταρρυθμίσεων καταλαμβάνει ο κλάδος της Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Μείωση της Γραφειοκρατίας και επενδυτικό Fast Track με ποσοστό 19%.

Το ποσοστό του κλάδου της Επιχειρηματικότητας, Καινοτομίας και Επενδυτικού Περιβάλλοντος (9%), αποτυπώνει τις προσπάθειες που γίνονται για την ενίσχυση των επενδύσεων στη χώρα αλλά και την καταπολέμηση της ανεργίας μέσω επιχειρηματικών κινήτρων.

Ο κλάδος της Ενέργειας και του Περιβάλλοντος συγκεντρώνει επίσης σημαντικό ποσοστό (8%) λόγω των πολλαπλασιαστικών οφελών για την οικονομία.

Σημαντική επίσης είναι η συμβολή του κλάδου των Δημοσιονομικών, Φοροεισπρακτικών, Μισθολογικών και Συνταξιοδοτικών αλλαγών στο σύνολο της μεταρρυθμιστικής δραστηριότητας, μέσω των πολιτικών που στοχεύουν στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη μείωση των δαπανών και την εισπρακτική αποδοτικότητα του κράτους.

Τέλος, ο κλάδος της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης συγκεντρώνει ένα εξίσου σημαντικό ποσοστό γεγονός που φανερώνει τις προθέσεις για μείωση των λειτουργικών δαπανών και την επιτάχυνση διαδικασιών των δημόσιων υπηρεσιών.

Ο Πρόεδρος του ΙνστιτούτουΓιάννος Γραμματίδηςσχολίασε ότι από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει πως η θεσμοθέτηση των μεταρρυθμίσεων επηρεάζεται ποσοτικά σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική συγκυρία. Συγκεκριμένα, τόνισε ότι γίνεται αντιληπτό πως σε περιόδους κυβερνητικής και πολιτικής σταθερότητας ο αριθμός των μεταρρυθμίσεων αυξάνει σημαντικά σε αντίθεση με τις εκλογικές περιόδους, όπου επικρατεί αβεβαιότητα και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών που στην ουσία είναι διαρκείας τριών μηνών όπου σημειώνεται σημαντική πτώση. Συνεπώς η πολιτική σταθερότητα πρέπει να είναι το ζητούμενο.

Παράλληλα τα δεδομένα αναλύθηκαν αυστηρά ποσοτικά, χωρίς να ληφθούν δηλ. υπόψη οι παράγοντες της πολυνομίας ή της πρόσκρουσης μεταξύ των μεταρρυθμίσεων.

«Δύο ανάγκες προκύπτουν αβίαστα», συμπέρανε ο κ. Γραμματίδης, «πρώτον ότι οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να συνεχισθούν με αμείωτο ρυθμό ώστε να αρθούν όλες οι στρεβλώσεις πού αποτελούν εμπόδια για την επιχειρηματικότητα και δεύτερον να αρχίσει το Ινστιτούτο την ποιοτική ανάλυση των μεταρρυθμίσεων ώστε να καταγραφούν οι πραγματικές επιπτώσεις από την εφαρμογή τους στην πραγματική οικονομία».