Οι τέσσερις «πονοκέφαλοι» για τις ελληνικές τράπεζες

Γιατί το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας παραμένει εδώ και τρία χρόνια στον «πάγο» – Τι φοβούνται οι αγορές

Οι τέσσερις «πονοκέφαλοι» για τις ελληνικές τράπεζες

Την ώρα που υπουργοί και βουλευτές διαγκωνίζονται για το ποιος θα... πρωτοκαρφώσει τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και θα του ρίξει το... ανάθεμα για το άγριο σφυροκόπημα των τραπεζών στο Χρηματιστήριο, αποκαλύπτεται ότι η ίδια η κυβέρνηση εδώ και πάνω από 3 χρόνια έχει βάλει στη βαθιά «κατάψυξη» το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας, δηλαδή το όργανο που δημιουργήθηκε για να προλαβαίνει και να αντιμετωπίζει τις κρίσεις στο τραπεζικό σύστημα!

 

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015. Ο τότε υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης συγκαλεί το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας, στο οποίο συμμετέχουν ex officio η επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Λ. Κατσέλη, ο επικεφαλής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κ. Μποτόπουλος, ο Διοικητής της ΤτΕ. Λίγη ώρα αργότερα ανακοινώνεται το κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή των capital controls, που παραμένουν σε ισχύ ακόμα. Αυτή ήταν η τελευταία συνεδρίαση του Συμβουλίου.

Από τότε μεσολάβησαν πολλά για το τραπεζικό σύστημα. Έγινε μια ακόμα ανακεφαλαιοποίηση, άλλαξαν διοικήσεις και επιτελεία, υπήρξαν παρεμβάσεις στο νόμο Κατσέλη- Σταθάκη, ψηφίστηκε ο Εξωδικαστικός, ξεκίνησαν οι πλειστηριασμοί, προσδιορίστηκαν στόχοι για τα «κόκκινα» δάνεια και τώρα προέκυψε η «καταιγίδα» στο Χρηματιστήριο.

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των κρίσιμων ετών, ο αρμόδιος υπουργός Οικονομικών δεν συγκάλεσε ποτέ το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας, καθώς αν και ο Ευ. Τσακαλώτος διατηρούσε και διατηρεί ανοικτές διαύλους επικοινωνίας με τον Κεντρικό Τραπεζίτη- το αντίθετο θα ήταν τρελό- το Μέγαρο Μαξίμου είχε βάλει εξαρχής σε καραντίνα το Διοικητή της ΤτΕ, με τα πολλά «θερμά» επεισόδια έκτοτε να αναδεικνύουν τις κάκιστες σχέσεις με τον Επόπτη του τραπεζικού συστήματος.

Μήπως άραγε το Συμβούλιο είναι ένα άτυπο όργανο, που έχει διακοσμητικό ρόλο; Τουναντίον, ο νόμος 3867 του 2010, προέβλεψε τη σύσταση του με τρεις βασικές αποστολές: 1) να παρακολουθεί τη σχέση και δυναμική μεταξύ των συστημάτων της οικονομίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις κεφαλαιαγορές, το τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα, τη ρευστότητα, το δημόσιο χρέος και τις κρατικές εγγυήσεις και την προληπτική δράση κατά ακραίων καταστάσεων, ασταθειών και κρίσεων 2) να παρακολουθεί τη χρηματοοικονομική πολιτική του υπουργείου Οικονομικών και τις ανάγκες χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και να εισηγείται σχετικώς, καθώς και σε θέματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Θεσμών 3) να παρακολουθεί και να διασφαλίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και των εθνικών ανεξάρτητων εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα για το συντονισμό της χρηματοοικονομικής πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών. Αν και η τελευταία αλλαγή στο πλαίσιο έγινε με το νόμο 4335 του 2015, δηλαδή επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, αποκαλύπτεται ότι το Συμβούλιο έμεινε σε αχρησία.

Φυσικά η λειτουργία του Συμβουλίου είναι απλώς παρωνυχίδα. Όπως αναφέρουν πληροφορίες, τέσσερα είναι τα σημεία που έχουν προκαλέσει τον ανησυχία των αγορών για τις ελληνικές τράπεζες:

  • Οι στόχοι για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων. Αυτό που ακούγεται κι από την κυβέρνηση είναι ότι έως τώρα οι στόχοι υπερκαλύπτονται. Αυτή είναι, όμως, η μισή αλήθεια, καθώς ο σχεδιασμός ήταν εξαρχής οπισθοβαρής, με αποτέλεσμα να απαιτείται η ελάφρυνση των τραπεζών κατά περίπου 45 δισ από προβληματικά δάνεια μέσα στην επόμενη 3ετία.
  • Οι παραπάνω πιεστικοί στόχοι δημιουργούν έντονη ανησυχία ότι οι τράπεζες «ξεφορτώνοντας» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα προβληματικά δάνεια, θα γράψουν μεγαλύτερες ζημιές από τις προβλέψεις τους. Ειδικά όσον αφορά στα «κόκκινα» χαρτοφυλάκια των στεγαστικών δανείων, ο φόβος εδράζεται στο ότι οι σημερινές τιμές αγοράς είναι πολύ χαμηλότερες. Κι όσο μεγαλύτερες είναι οι ζημιές, που μπορεί να γράφουν οι τράπεζες, τόσο θα μεγαλώνει η πιθανότητα για ανάγκη νέων κεφαλαιακών ενέσεων, σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς αν λάβει κανείς υπόψιν τη συγκυρία.
  • Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της επίπονης διαδικασίας «ξεφορτώματος» των προβληματικών δανείων, οι τράπεζες θεωρείται ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να δίνουν μέρισμα. Κι αυτό εντείνει το κύμα φυγής ξένων κεφαλαίων σε πιο προσοδοφόρες αγορές
  • Η δυνατότητα επαρκούς χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, παράλληλα με τη μείωση των «κόκκινων» δανείων θεωρείται ανέφικτη, καθώς οι τράπεζες θα μοιάζουν περισσότερο με «ζόμπι». Κι αυτό εγείρει σοβαρές επιφυλάξεις για τους προσδοκώμενους ρυθμούς ανάπτυξης.

Πηγή: Από την εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ που κυκλοφορεί κάθε Σάββατο στα περίπτερα όλης της χώρας