Οι Ευρωπαίοι «βλέπουν» ανάπτυξη 1% μετά το 2022

Δυσμενέστερες οι προβλέψεις στην επικαιροποιημένη Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους

Οι Ευρωπαίοι «βλέπουν» ανάπτυξη 1% μετά το 2022

«Προσγειώνει» την ανάπτυξη στο 1% του ΑΕΠ  από το 2022 η Κομισιόν στην Έκθεση Βιωσιμότητας Χρέους που περιλαμβάνεται στην έκθεσης συμμόρφωση της τέταρτης αξιολόγησης.

Σύμφωνα με την έκθεση η πρόβλεψη για το βραχυπρόθεσμο πραγματικό ΑΕΠ έχει αναβαθμιστεί, σε ευθυγράμμιση και με τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν. Μακροχρόνια, η ανάπτυξη αναμένεται να κινηθεί περί το 1% μετά το 2022, καθώς θα κλείσει το παραγωγικό κενό και θα αντανακλώνται και οι επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού.

Με τις προβλέψεις αυτές οι Ευρωπαίοι «εναρμονίζονται» με την θέση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Επίσης, το ελληνικό χρέος υποχώρησε από το 180,8% το 2016 στο 178,6% το 2017 και αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω από το 2019, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να ενισχυθεί από 0,9% το 2018 περίπου στο 2% το 2023 και να διατηρηθεί σε αυτά τα επίπεδα. Ως εκ τούτου, η ονομαστική ανάπτυξη θα κινηθεί περίπου στο 3% μακροχρόνια.

Οι προβλέψεις του DSA υποθέτουν ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να πληρώνει ληξιπρόθεσμες οφειλές φέτος, ώστε έως το τέλος του 2018 θα έχει εξοφλήσει όλες τις εναπομείνασες οφειλές, μετά και την εκταμίευση της δόσης των 15 δισ. ευρώ.

Αναλυτικότερα:

– Τα συνολικά έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις εκτιμώνται περίπου στα 14 δισ. μεταξύ του 2018 και του 2060, εκ των οποίων τα 11,5 δισ. αναμένεται να προέλθουν από μη τραπεζικά assets. Δεν προβλέπεται άλλη τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση σε αυτή τη φάση και εκτιμάται ότι περισσότερο από το 75% των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 μπορούν να ανακτηθούν από την ιδιωτικοποίηση τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού (4,5 δισ.)

– Οσον αφορά στα πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάλυση υποθέτει ότι η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο του 3,5% το 2018. Η χώρα αναμένεται να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ως το 2022. Εν συνεχεία, το πλεόνασμα αναμένεται να μειώνεται κατά 0,5% ετησίως, για να διαμορφωθεί στο 2,2% του ΑΕΠ το 2025.

– Υψηλότερα αναμένονται και τα επιτόκια της αγοράς τα επόμενα χρόνια καθώς υπολογίζεται αύξηση από το 4,1% το 2019 στο 5,4% το 2030 και στο 5,1% το 2060. Το μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης εκτιμάται στο 5,1%.

– Εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα χρησιμοποιήσει σταδιακά μέρος από το μαξιλάρι διαθεσίμων, ούτως ώστε να καλύπτει μερικώς τις ανάγκες χρηματοδότησης του χρέους της. Εκτιμάται έτσι ότι το μαξιλάρι διαθεσίμων από τα 24,1 δισ. ευρώ τον Αύγουστο, θα περιοριστεί στα 12 δισ. ευρώ έως το 2022.

Με βάση τις ανωτέρω υποθέσεις, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 188,6% το 2018, στο 169,9% το 2020, στο 136,6% το 2030 και στο 127% το 2060. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης προβλέπονται στο 21,8% του ΑΕΠ το 2018, προτού υποχωρήσουν στο 9,6% το 2020. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης αναμένεται να αυξηθούν εκ νέου μετά το 2020, φτάνοντας το 28,1% το 2060. Αυτό είναι πάνω από το όριο που θεωρεί βιώσιμο το Eurogroup.

Επαρκή τα μέτρα για το χρέος
Τα μέτρα είναι επαρκή για να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητα σύμφωνα με το βασικό σενάριο, καθώς οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και ευθυγραμμίζονται με το «ταβάνι» του 20% μακροπρόθεσμα.

Αξιολόγηση