Η πρώτη αποτίμηση της συμφωνίας του Λουξεμβούργου: Τα υπέρ και τα κατά

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα επιτείνουν το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας - Απομακρύνεται ο πονοκέφαλος εξυπηρέτησης του χρέους έως το 2032

Η πρώτη αποτίμηση της συμφωνίας του Λουξεμβούργου: Τα υπέρ και τα κατά

Με την κυβέρνηση να δίδει από χθες πανηγυρικό τόνο στη συμφωνία του Λουξεμβούργου και την αντιπολίτευση να καυτηριάζει το γεγονός των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για την παραγωγή των οποίων δεσμεύτηκε η χώρα μέχρι και το 2060, οι αγορές έκαναν χθες μια πρώτη «αποτίμηση» της συμφωνίας. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου μειώθηκε κατά περίπου 17 μονάδες βάσης με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί στο 4,1% ενώ η απόδοση του ελληνικού 5ετούς έπεσε και στα επίπεδα του 3,2%. Αυτή είναι και η πρώτη αντίδραση που αποτυπώθηκε μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας και μάλιστα από αυτόν που θα έχει από εδώ και στο εξής τον κύριο λόγο για την «αξιολόγηση» της ελληνικής οικονομίας: τις αγορές.

Το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι τέτοιο ώστε να δίνει τροφή και στους υπερασπιστές της αλλά και στους επικριτές της:

1.Το επιχείρημα των υπερασπιστών είναι ότι με διασφαλισμένη τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μέχρι και το 2032 δημιουργείται το απαραίτητο χρονικό περιθώριο ώστε η προσοχή να εστιαστεί στην εφαρμογή πολιτικών που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και θα φέρουν περισσότερες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η βιωσιμότητα του χρέους μέχρι το 2032, εξασφαλίζεται τόσο μέσα από τη μείωση των δανειακών υποχρεώσεων (σ.σ αυτό συνεπάγεται η παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου τουEFSFκατά μια δεκαετία) όσο και με το «μαξιλάρι ασφαλείας» των 24,4 δις. ευρώ το οποίο καλύπτει τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας μέχρι και τα μέσα του 2020 ακόμη και αν η Ελλάδα δεν εκδώσει ούτε ένα ομόλογο μέσα σε αυτό το διάστημα. Όσον αφορά στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους (σ.σ για την οποία φάνηκε να διατηρεί επιφυλάξεις το ΔΝΤ) υπάρχει η πολιτική δέσμευση τουEurogroupότι το θέμα θα επανεξεταστεί το 2032 αν και εφόσον χρειαστεί και φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα τηρεί τις δικές της δεσμεύσεις.

2.Ο αντίλογος, έχει να κάνει με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που θα πρέπει να εμφανίζει η Ελλάδα όχι μόνο μέχρι το 2022 (σ.σ μέχρι τότε ο πήχης είναι δεδομένο ότι θα παραμείνει στο 3,5% του ΑΕΠ) αλλά και μετά. Το ποσοστό του 2,2% (σ.σ αυτός είναι ο τελικός στόχος πρωτογενούς πλεονάσματος για όλη την περίοδο από το 2022 μέχρι το 2060) είναι χαμηλότερο του 3,5% αλλά παραμένει υψηλό και περιορίζει τις δυνατότητες για εφαρμογή ηπιότερης φορολογικής πολιτικής με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων αλλά και την αναζωπύρωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Με τα σημερινά δεδομένα, τα περιθώρια για φορολογικές ελαφρύνσεις το επόμενο διάστημα δεν φαίνονται πολύ μεγάλα. Για το 2018, δεν προβλέπονται μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης. Για το 2019, θα υπάρξουν μέτρα της τάξεως των 700 εκατ. ευρώ υπό την προϋπόθεση όμως ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα ξεπεράσει το 3,5% (σ.σ αυτό θα κριθεί σε συνεργασία με τους δανειστές προς το τέλος του φθινοπώρου ενόψει της κατάρτισης του προϋπολογισμού του 2019) ενώ για το 2020, έχει προβλεφθεί ένα πακέτο με φορολογικά αντίμετρα το οποίο όμως θα πρέπει να εξισορροπήσει τις συνέπειες από τη μείωση του αφορολογήτου. Και το 2020, περαιτέρω μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν από υπερπλεονάσματα.

Η συμφωνία δεν απαντά στο μείζον για την ελληνική οικονομία πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας. Με δεδομένο πλέον ότι η δόση που θα εκταμιευτεί θα είναι μόλις 15 δις. ευρώ, το πρόγραμμα τουESMθα κλείσει με το αδιάθετο τμήμα του δανείου να παραμένει κοντά στα 24-26 δις. ευρώ. Δηλαδή, θα γίνει και με την Ελλάδα ότι έγινε με την Κύπρο ή την Ισπανία. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του αρχικά εγκεκριμένου ποσού θα παραμείνει στα αζήτητα ενώ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί είτε για την «γενναιότερη» αναχρηματοδότηση του χρέους είτε για την τόνωση της ανάπτυξης. Το επόμενο διάστημα, η ελληνική οικονομία θα αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις όσον αφορά στη ρευστότητα του συστήματος δεδομένου ότι θα υπάρξουν πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση και από τις πολιτικές περιορισμού των κόκκινων δανείων και από τις επερχόμενες μειώσεις των συντάξεων.