Το ΔΝΤ δεν είπε ακόμη την τελευταία του λέξη: οι νέες απαιτήσεις

Το ΔΝΤ δεν είπε ακόμη την τελευταία του λέξη: οι νέες απαιτήσεις
Για μια νέα, γερή δόση λιτότητας, με άγριες περικοπές συντάξεων και αύξηση φόρων, ετοιμάζεται η κυβέρνηση, προσδοκώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα “ξεκλειδώσει” μια συνολική συμφωνία, που θα οδηγεί σταδιακά στην εξώπορτα της κρίσης. Είναι, όμως, τόσο απλά τα πράγματα; Μάλλον όχι.

“Κανείς δεν θέλει να δυναμιτίσει το κλίμα στην οικονομία. Οι καταθέσεις έχουν, άλλωστε, άσχημη δυναμική”, σημειώνει στα “Π” Ευρωπαίος αξιωματούχος, εκτιμώντας ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις και η διάθεση απ’ όλες τις πλευρές, για να κλείσει η εκκρεμότητα του ελληνικού ζητήματος στο Eurogroup του επόμενου μήνα. Ο ίδιος υποστηρίζει, μάλιστα, ότι το βήμα σημειωτόν στην Ουάσινγκτον γύρω από την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, δεν πρέπει να προβληματίζει ιδιαιτέρως, καθώς ήταν λίγο ως πολύ αναμενόμενο. “Αυτό που μετράει είναι οι ιδιωτικές συζητήσεις που προχωράνε”, συμπλήρωσε, παρέποντας και στις διαβουλεύσεις που αναμένεται να γίνουν στο ανώτατο επίπεδο, οδεύοντας προς τη Σύνοδο του G7. Και τότε γιατί αυτό το γενικότερο “μούδιασμα”; Πολύ απλά γιατί όλοι φοβούνται τις εκπλήξεις της τελευταίας στιγμής από το ΔΝΤ.
Οι πολύ συγκεκριμένες θέσεις που εξέφρασαν η Κ. Λαγκάρντ και ο Π. Τόμσεν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο για τις απαιτήσεις του Ταμείου, ασφαλώς δεν ξένισαν όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις. Ωστόσο, έδειξαν να διαψεύδουν όσους πίστευαν ότι το Ταμείο θα μπει στο ελληνικό πρόγραμμα χωρίς ισχυρές δεσμεύσεις τόσο για το χρέος όσο και για τη βιωσιμότητα των υψηλών πλεονασμάτων, που επιθυμεί και επιδιώκει διακαώς ο Β. Σόιμπλε για τουλάχιστον 5 ακόμα χρόνια. Έτσι, αν και οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι όντως Λαγκάρντ και Μέρκελ έχουν συμφωνήσει στην ανάγκη παρουσίας του Ταμείου, η επιδιωκόμενη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους που είναι αναγκαία συνθήκη, είναι ένα θέμα που εξακολουθεί να “καίει”.

ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΑ. Κατ’ αρχάς, μία δεύτερη ανάγνωση του εντυπωσιακού υπερπλεονάσματος το 2016, είναι ότι αυτό τελικά μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα παρά να διευκολύνει τους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς και όσων υποστηρίζουν ότι τέτοιου ύψους πλεονάσματα δεν είναι εφικτά επί μακρόν, αλείφοντας βούτυρο στο ψωμί του Γερμανού υπουργού Οικονομικών. Ποιος είναι ο ορατός κίνδυνος; Το νέο DSA για το χρέος να χτιστεί πάλι πάνω σε υψηλά πλεονάσματα, όπως συνέβη το 2012 και να ανακοπεί η δυναμική ανάκαμψης στην πρώτη, κρίσιμη δεκαετία. Ποιός είναι ο αμέσως επόμενος κίνδυνος; Το ΔΝΤ να απαιτήσει πρόσθετα δημοσιονομικά και διαρθρωτικά μέτρα, προκειμένου να “κλειδώσει” αυτά τα υψηλά πλεονάσματα, έτσι ώστε να βγαίνουν οι υπολογισμοί του. Πώς είναι δυνατόν να δεσμευθεί η Αθήνα για μέτρα και πέρα από τη λήξη του Προγράμματος, στην περίπτωση που καταφέρει να αποφύγει ένα νέο χρηματοδοτικό πακέτο ή την προληπτική πιστωτική γραμμή από τον ESM που συνεπάγεται ούτως ή άλλως ειδικό Μνημόνιο; Με τη μέθοδο του δούναι και λαβείν ήτοι με την ενεργοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους που θα συμφωνηθούν το 2018 αλλά μόνο με αντάλλαγμα τη λήψη συγκεκριμένων διαρθρωτικών- δημοσιονομικών μέτρων, σενάριο που “παίζει” εδώ και καιρό στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, ως ασφαλιστική δικλείδα για διατήρηση της ασφυκτικής επιτήρησης στα δημοσιονομικά της... άτακτης Ελλάδας, η οποία χρωστάει γύρω στα 300 δισ ευρώ, εκ των οποίων τα 53 δισ αντιστοιχούν σε διακρατικά δάνεια κι άλλα 160 δισ ευρώ σε δάνεια του Ευρωμηχανισμού Στήριξης, δηλαδή πάλι σε κράτη- μέλη.

Οι απαιτήσεις του Ταμείου για φόρους, δαπάνες, δημόσιο και αγορές

“Ό,τι ήταν να ζητήσει το ΔΝΤ, το έχει ζητήσει κι έχει γίνει. Τι άλλο να ζητήσει;”, αναρωτιούνται ελληνικές αλλά και ευρωπαϊκές πηγές, που συγκλίνουν στο ότι το ειδικό Μνημόνιο του Ταμείου (MEFP) έχει πάνω- κάτω τα ίδια σημεία με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Κι όμως, οι δηλώσεις του Π. Τόμσεν και πολύ περισσότερο οι αναλύσεις του Ταμείου, “δείχνουν” προς πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις:
• Στο πεδίο των αγορών, πέρα από την πλήρη απελευθέρωση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, που ήδη συμπεριλήφθηκε στην επικαιροποίηση του τρέχοντος Μνημονίου, το Ταμείο ζητά παρεμβάσεις που θα κάνουν πράξη την εσωτερική υποτίμηση, την οποία επιδιώκει από το 2010. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ταμείου, αν και οι μισθοί έχουν συμπιεστεί, οι τιμές των αγαθών εξακολουθούν να είναι 5- 10% πάνω από τα κανονικά επίπεδα κι αυτό πρέπει να διορθωθεί. Πώς θα γίνει αυτό; Με την πλήρη άρση όλων των περιορισμών στη διακίνηση, στη λειτουργία, στη διάθεση αγαθών και υπηρεσιών, επιμένοντας ότι όχι μόνο εξακολουθούν να υπάρχουν στρεβλώσεις αλλά κι ότι όσα έχουν ψηφιστεί ως τώρα δεν έχουν εφαρμοστεί στο 100%
• Στο πεδίο των συντάξεων και των φόρων, οι άγριες περικοπές που ετοιμάζεται να ψηφίσει η κυβέρνηση δεν λύνουν το πρόβλημα, όπως υποστηρίζουν οι τεχνοκράτες του Ταμείου. Στόχος παραμένει η περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης και ο εξορθολογισμός των συνταξιοδοτικών δαπανών, καθώς μόνο έτσι επιτυγχάνονται βιώσιμα πλεονάσματα, με μικρό κόστος στην ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, το Ταμείο επιμένει στη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα, με ταυτόχρονη διάχυση των βαρών προς τα χαμηλότερα κλιμάκια, στην κατάργηση όσων φοροαπαλλαγών έχουν απομείνει στη φορολογία εισοδήματος, στη διεύρυνση της βάσης στη φορολογία ακινήτων με διάχυση των βαρών σε όσους είτε απαλλάσσονται πλήρως είτε επιβαρύνονται ελάχιστα. Όσον αφορά στις συντάξεις, οι τεχνοκράτες του Ταμείου επιμένουν ότι ακόμα και οι νέοι συντελεστές αναπλήρωσης δεν λύνουν το πρόβλημα, ενώ παράλληλα έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για την επανεξέταση των γενικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.
• Στο πεδίο των δαπανών Υγείας- Πρόνοιας, το Ταμείο επιμένει ότι υπάρχουν ακόμα μεγάλα περιθώρια συμμαζέματος, με δυνατότητα καλλίτερης στόχευσης σε όσους βρίσκονται στη ζώνη της φτώχειας και γι’ αυτό επιμένουν ότι το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης θα πρέπει να ενισχυθεί με την ενσωμάτωση πόρων για επιδόματα που εξακολουθούν να καταβάλλονται εκτός πλαισίου π.χ. το επίδομα θέρμανσης.
• Ειδική αναφορά γίνεται στο Δημόσιο, όχι τόσο για το μισθολογικό κόστος που έχει συμπιεστεί, όσο για την αναποτελεσματικότητα του. Θέση του Ταμείου παραμένει ότι το ισχύον σύστημα αξιολόγησης δεν είναι το επιθυμητό, όπως επίσης ότι πρέπει να γίνει πιο ορθολογική διαχείριση του προσωπικού.

Αξιολόγηση