Οι εκλογές “πνίγουν” τη συμφωνία;

Οι εκλογές “πνίγουν” τη συμφωνία;
Σε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τον υπουργό Οικονομικών, βρίσκονται τις τελευταίες ημέρες τα επιτελεία των συστημικών τραπεζών, επιχειρώντας να ταρακουνήσουν το οικονομικό επιτελείο και την κυβέρνηση, για τους υπαρκτούς κινδύνους που εγκυμονούν οι ατέρμονες συζητήσεις με τους δανειστές.

Οι δηλώσεις Ντάισελμπλουμ από τη Μάλτα τους επιβεβαιώσαν, μάλιστα, απολύτως, καθώς ο Ολλανδός σημείωσε ότι λόγω των πολύμηνων καθυστερήσεων δείχνει να “γλιστρά” (slipping away) το momentum της ανάκαμψης.
«Το σύστημα θα σκάσει αν δεν έχουμε συνολική συμφωνία ως τις 22 Μαίου», είναι σύμφωνα με πληροφορίες το μήνυμα που έστειλαν στον Ε. Τσακαλώτο υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, με τα οποία είχε και κατ’ ιδίαν συνάντηση, μήνυμα που δεν χάνει το βάρος του, μετά από την κατ’ αρχήν συμφωνία για επιστροφή των κλιμακίων, καθώς οι Ευρωπαίοι αφενός εξακολουθούν να δυσκολεύονται στη λήψη κοινών αποφάσεων για τα πλεονάσματα μετά από το 2018 αφετέρου ξεκαθάρισαν στην Αθήνα ότι όλα τα δύσκολα μέτρα πρέπει να ψηφιστούν εδώ και τώρα, πριν τεθεί σε επίπεδο Eurogroup το ζήτημα του Χρέους.
Η αυξανόμενη εκροή καταθέσεων από την αρχή του έτους- πάνω από 3 δις ευρώ έκαναν «φτερά»- η αντιστροφή της τάσης «φρεναρίσματος» των «κόκκινων» δανείων μέσα σε ένα τρίμηνο, η δημιουργία νέων χρεών του Δημοσίου, το «στράγγιγμα» της αγοράς, η επιστροφή της αβεβαιότητας και οι νεώτερες εκτιμήσεις που κατεβάζουν τον πήχη των προσδοκώμενων ρυθμών ανάπτυξης στο 1- 1,5%, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που σύμφωνα με υψηλόβαθμες τραπεζικές πηγές δεν αποκλείεται να δικαιώσουν τις απαισιόδοξες προβλέψεις του ΔΝΤ, έστω ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι μέρος της συμφωνίας της Μάλτας είναι ότι αν στην τελευταία αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου, δηλαδή στα μισά του 2018, φανεί ότι οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται, τότε όλες οι περικοπές συντάξεων και αφορολογήτου θα “τρέξουν” νωρίτερα.
Αυτό που συζητιέται ευρέως είναι ότι ακόμα και με το καλύτερο δυνατό σενάριο, δηλαδή μια συμφωνία- πακέτο ως το τέλος του επόμενου μήνα, η έξοδος στις αγορές και η αυτόνομη παρουσία από το δεύτερο μισό του 2018, όταν δηλαδή ολοκληρώνεται το 3ο Μνημόνιο, φαντάζει ως απίθανη, τουλάχιστον ως προς την προοπτική πλήρους κάλυψης των δανειακών αναγκών με ένα ανεκτό κόστος. Ήδη, σε reports επενδυτικών τραπεζών και αναλύσεις, γίνεται αναφορά στην προοπτική μιας πιστωτικής γραμμής προς την Ελλάδα από τον ESM, η οποία φυσικά θα συνοδεύεται από ένα νέο Μνημόνιο ενισχυμένης εποπτείας, όπως ακριβώς προβλέπει ο Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Η επόμενη σκέψη, σχεδόν αυθόρμητη, είναι ότι η ατμόσφαιρα “μυρίζει” πολύ έντονα ημέρες του 2014, όταν εν όψει των εκλογών που έρχονταν πρόωρα, το Βερολίνο και το ΔΝΤ σήκωσαν απότομα τον πήχη των απαιτήσεων τους, μπλοκάροντας επί της ουσίας την 5η αξιολόγηση, η οποία τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Με το “έμπα” του 2014, η κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου έχοντας εξασφαλίσει ένα χρόνο νωρίτερα πρωτογενές πλεόνασμα, άρχισε να πιέζει για τα μέτρα ελάφρυνσης του Χρέους, τα οποία ήταν μέρος της συμφωνίας για το 2ο Μνημόνιο. Οι Ευρωπαίοι και ειδικά το Βερολίνο, αφού ξεπέρασαν τον αρχικό αιφνιδιασμό από τις απρόσμενα καλές δημοσιονομικές επιδόσεις- όπως περίπου συμβαίνει δηλαδή τώρα- άρχισαν να πετάνε την μπάλα στην εξέδρα, αποφεύγοντας συστηματικά την παραμικρή δέσμευση για το Χρέος και μεταθέτοντας τις όποιες συζητήσεις προς το τέλος της χρονιάς. Ο τότε υπουργός Οικονομικών και νυν Κεντρικός Τραπεζίτης, Γ. Στουρνάρας, εκ φύσεως αισιόδοξος, πίστευε ότι στο άτυπο Eurogroup της Αθήνας την 1η Απριλίου, θα μπορούσε να εκμαιεύσει έστω μια γενική αναφορά στο θέμα του Χρέους, ωστόσο αυτό δεν συνέβη ποτέ.
Οι επικείμενες Ευρωεκλογές, το τότε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σημερινό κυβερνόν του ΣΥΡΙΖΑ που ερχόταν με φόρα, η προοπτική των πρόωρων εκλογών στις αρχές του 2015 με αφορμή την οφθαλμοφανή ασυμφωνία στις Προεδρικές εκλογές, στην πραγματικότητα κατέβασαν τα “ρολά” των δανειστών, οι οποίοι όπως αποδείχθηκε και στις διαπραγματεύσεις του Φθινοπώρου του 2014, δεν είχαν καμία διάθεση να διευκολύνουν το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που φλέρταρε με την εξουσία.
Ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές των αλήστου μνήμης Paris Group, σημειώνει στα “Π” ότι στην πρώτη συνάντηση στην πόλη του Φωτός, η τότε Τρόικα και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι αιφνιδιάστηκαν από την ελληνική πρόταση για έγκριση πιστωτικής γραμμής μετά από τη λήξη του 2ου Μνημονίου το Φεβρουάριο του 2015. Στη δεύτερη συνάντηση, λίγες ημέρες αργότερα, έγινε σαφές ότι Βερολίνο και ΔΝΤ δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να διευκολύνουν τις συζητήσεις και για κάθε ανοικτό θέμα ήγειραν ως και 10 σελίδες απαιτήσεων! Ήταν τότε, όπως και τώρα, που μπήκε στο τραπέζι η αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων, η επαναφορά του lock out, η πρόβλεψη για απόλυτη πλειοψηφία των μελών σωματείων προκειμένου να προκηρύσσονται απεργίες, η περαιτέρω μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η κατάργηση του ΕΚΑΣ (που τελικά έγινε με το 3ο Μνημόνιο), η κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων.
Έχουμε λοιπόν ένα deja vu; Μια επανάληψη των όσων συνέβησαν εκείνο το Φθινόπωρο; Ευρωπαϊκές πηγές σημειώνουν ότι ο εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα έχει ήδη ανοίξει, παρ’ ότι θεωρητικά δεν βρισκόμαστε ούτε στα μισά της κυβερνητικής θητείας, καθώς η πίεση των δημοσκοπήσεων και ο όγκος των μέτρων που καλείται να λάβει η κυβέρνηση τώρα, με προοπτική να τεθούν σε ισχύ λίγο πριν στηθούν οι κάλπες το 2019, αναθερμαίνει συχνά- πυκνά τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών. Ο εκ των πρωταγωνιστών εκείνων των ημερών του 2014, παρατηρεί, ωστόσο, ότι η κατάσταση σήμερα είναι διαφορετική, καθώς αφενός η σημερινή κυβέρνηση χαρακτηρίζεται πλέον από τους δανειστές ως “συστημική” παρά τις παλινωδίες, αφετέρου η σημερινή αντιπολίτευση και κυβέρνηση σε αναμονή, δεν έχει καμία σχέση με την αντιπολίτευση του 2014 που “τρόμαζε” τις Βρυξέλλες και τους Βόρειους.
Οι ίδιες ευρωπαϊκές πηγές παρατηρούν ότι γι’αυτόν ακριβώς το λόγο, το ΔΝΤ και το Βερολίνο φαίνεται ότι πιέζουν για εμπροσθοβαρή εφαρμογή των μέτρων, γνωρίζοντας ότι η “χαλάρωση” πάει χέρι- χέρι με τις ελληνικές εκλογές. Η κυνική και πλέον αληθοφανής προσέγγιση είναι ότι πολύ απλά οι δανειστές και ειδικότερα το Ταμείο και το Βερολίνο δεν ενδιαφέρονται για το “χρώμα” της κυβέρνησης στην Ελλάδα και το μόνο που επιδιώκουν είναι μια αυστηρή εποπτεία επί μακρόν και προσήλωση στη συνταγή της προτεσταντικής δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Αξιολόγηση