Διαπραγμάτευση ώρα μηδέν: 5+1 ερωταπαντήσεις για το μέλλον της χώρας

Διαπραγμάτευση ώρα μηδέν: 5+1 ερωταπαντήσεις για το μέλλον της χώρας
Στην αρχή «χάθηκε» ο Δεκέμβριος, μετά «πέρασε» ο Ιανουάριος, «γλύστρησε» ο Φεβρουάριος και όπως όλα δείχνουν θα «φύγει» και ο Μάρτιος, χωρίς να έχει συμφωνηθεί απολύτως τίποτα με τους δανειστές,

ενισχύοντας την αίσθηση ότι πάμε για ένα νέο θρίλερ, με αβέβαιη κατάληξη, όπου η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει για τουλάχιστον ενάμιση ακόμα χρόνο υπό την αυξημένη εποπτεία των δανειστών της, προκειμένου να μην «πνιγεί» στα χρέη της. Κι αυτό σύμφωνα με το καλό σενάριο.

Οι τελευταίες πληροφορίες από το ευρωπαϊκό στρατόπεδο συγκλίνουν στο ότι η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να περιμένει από το Eurogroup της Δευτέρας τίποτα περισσότερο από μια θερμή μεν, διπλωματική δε, δήλωση προόδου. Από τη μάλλον υποτονική εκ του μακρόθεν συνέχιση των συζητήσεων σε τεχνικό επίπεδο, φαίνεται, μάλιστα, ότι και το ραντεβού της 7ης Απριλίου είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδώσει καρπούς, πόσο μάλλον όταν η συνάντηση των υπουργών Οικονομικών στη Μάλτα έχει άτυπο χαρακτήρα. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα για το πώς φτάσαμε εδώ, τι μπορεί να «ξεκλειδώσει» τις διαβουλεύσεις, ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές του νέου ελληνικού δράματος και πώς μπορεί να εξελιχθεί το σήριαλ.

Πότε αναμένεται να επιστρέψουν οι επικεφαλής για να μπει στην τελική της φάση η αξιολόγηση;

Όπως εκτιμούν ευρωπαϊκές πηγές, είναι μάλλον απίθανο να ξεκινήσει ο επόμενος γύρος διαβουλεύσεων πριν από τις 25 Μαρτίου κι αυτό υπό την προϋπόθεση ότι στο μεσοδιάστημα θα έχει γεφυρωθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το χάσμα με την ελληνική πλευρά. Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι το κλιμάκιο του ΔΝΤ έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει αν δεν υπάρχουν απτά δείγματα γραφής από την Αθήνα.

Γιατί «κόλλησαν» οι διαπραγματεύσεις;

Όλα ξεκινούν από τη διαφωνία της ελληνικής πλευράς ότι απαιτούνται νέα μέτρα στο ύψος του 2% του ΑΕΠ, όπως υπολογίζει το ΔΝΤ, ειδικά μετά από τις περσινές δημοσιονομικές επιδόσεις. Στην περίπτωση που το Ταμείο αναμένει τις επίσημες ανακοινώσεις της Eurostat στις 21 Απριλίου, τότε το Eurogroup της 22ας Μάιου είναι το τελευταίο όριο, πριν μπούμε στην «καυτή» ζώνη των πληρωμών 6,3 δισ ευρώ τον Ιούλιο.

Υπάρχει κίνδυνος να μείνουν «παγωμένες» οι διαπραγματεύσεις;

Πηγές με άμεση γνώση των διαβουλεύσεων επισημαίνουν ότι από τη στιγμή που η Αθήνα έκανε δεκτές τις ενστάσεις του ΔΝΤ για το 2019, αντιλαμβανόμενη ότι οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να προχωρήσουν μόνοι τους, έχει κάνει το μισό βήμα. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς η ελληνική πλευρά πέρα από τις επί μέρους διαφωνίες για το πώς θα εφαρμοστούν αυτά τα πρόσθετα μέτρα, επιμένει σε μια συμφωνία- πακέτο, η οποία θα περιλαμβάνει τον οδικό χάρτη για τα πλεονάσματα μετά από το 2018, καθώς και τα μεσοπρόθεσμα «εργαλεία» για την ελάφρυνση του Χρέους.

Μήπως στρατηγικά είναι καλύτερο η Αθήνα να μη βιαστεί και να επιδιώξει κάτι καλύτερο από αυτό που είναι τώρα στο τραπέζι;

Πρόκειται για τη δεύτερη γραμμή, που φαίνεται να υπάρχει στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ποντάροντας στο ότι ο εκλογικός κύκλος στην Ευρώπη και η γενικότερη αβεβαιότητα, μπορούν να αποθαρρύνουν τους «σκληρούς» στην Ευρωζώνη, οι οποίοι δεν θα ήθελαν ένα ακόμα πρόβλημα στο κεφάλι τους. Ο αντίλογος, όπως διατυπώνεται από Ευρωπαίους αξιωματούχους, τραπεζικούς παράγοντες και ανθρώπους της αγοράς, είναι ότι όσο καθυστερεί η συμφωνία, τα μεγέθη της οικονομίας θα επιδεινώνονται, το τραπεζικό σύστημα θα νιώσει νέες πιέσεις πριν καλά- καλά σταθεί στα πόδια του και λόγω φυγής καταθέσεων και λόγω αύξησης των προβληματικών δανείων, οι προβλέψεις για ανάπτυξη 2,7% θα ακυρωθούν, οι δημοσιονομικοί στόχοι θα απομακρυνθούν και ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία θα καταλήξουμε στις «μαύρες» προβλέψεις του ΔΝΤ και σε μια συμφωνία με πολύ χειρότερους όρους. Σε αυτό το σενάριο, η επιστροφή στις αγορές φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη κι ως εκ τούτου για να καλυφθούν οι δανειακές ανάγκες από το δεύτερο εξάμηνο του 2018 και μετά, θα απαιτηθεί η ενεργοποίηση της Πιστωτικής Γραμμής Ενισχυμένης Εποπτείας (ECCL) από τον ESM, η οποία προϋποθέτει νέο ειδικό Μνημόνιο και έχει διάρκεια 1 έτος με δυνατότητα παράτασης για 2 εξάμηνα.

Γίνονται συζητήσεις για το χρέος; Μπορούν να περάσουν όσα ζητά το ΔΝΤ;

Αν και επισήμως ουδείς επιβεβαιώνει τέτοιου είδους διαβουλεύσεις, πληροφορίες αναφέρουν ότι σε τεχνικό επίπεδο υπάρχει οργασμός τέτοιων διεργασιών, με φόντο τις απαιτήσεις του ΔΝΤ και τις πολιτικές αντοχές των Ευρωπαίων, ειδικά του Βερολίνου. Το «κλειδί» είναι η συμφωνία της Αθήνας στα μέτρα που ζητά το Ταμείο, καθώς, όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, αυτό θα δώσει το «πάτημα» στο ΔΝΤ να αλλάξει τις παραδοχές του για το ΑΕΠ και τα πρωτογενή πλεονάσματα, δίνοντας έτσι μια πιο «φιλική» και λιγότερο απαιτητική ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι το Ταμείο δεν θα επιμείνει στην ανάγκη επέκτασης των περιόδων χάριτος και των ωριμάνσεων στα διμερή δάνεια του πρώτου μνημονίου και στα δάνεια του EFSF, κάτι που σήμερα είναι πολιτικά αδύνατο.

Είναι διατεθειμένοι οι Ευρωπαίοι και ειδικά το Βερολίνο να καλύψουν το μέρος της συμφωνίας που τους αναλογεί;

Πρόκειται για το παζάρι, που σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές έχει κάνει έξω φρενών τον Ευκλ. Τσακαλώτο, καθώς αντιλαμβάνεται ότι ακόμα κι αν κάνει πίσω σε όλα και ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, δεν είναι εξασφαλισμένο ότι θα πάρει ούτε λιγότερο χρόνο υψηλών πλεονασμάτων, ούτε πειστική λύση για το χρέος. Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, πρόκειται για μια ακόμα περίπτωση όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δανειστών, στέλνει το λογαριασμό στην Αθήνα. Ειδικά όσον αφορά στα πρωτογενή πλεονάσματα, η αυτονόμηση τους από τη συζήτηση για το χρέος έγινε με ευθύνη του Βερολίνου- δηλαδή του Β. Σόιμπλε- και παρά το ότι έχει φύγει από το τραπέζι η διατήρηση του 3,5% για μια δεκαετία, η γερμανική πλευρά δείχνει να επιμένει στην πενταετία, την ώρα που το Ταμείο μόλις και μετά βίας αποδέχεται την τριετία.

Αξιολόγηση