ΣΕΒ: Η ελληνική οικονομία ανακάμπτει απελπιστικά αργά

ΣΕΒ: Η ελληνική οικονομία ανακάμπτει απελπιστικά αργά
Η χώρα έχει φθάσει σε σημείο καμπής. Η ελληνική οικονομία, παρόλη την αντίδραση και τις καθυστερήσεις, μετασχηματίζεται απελπιστικά αργά προς μία οικονομία της αγοράς, τονίζει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία.

Οι διεθνώς πιο εμπορεύσιμοι κλάδοι όπως η γεωργία, η μεταποίηση, τα logistics και ο τουρισμός, φαίνεται να αυξάνουν οριακά το μερίδιό τους στην απασχόληση, καθώς βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Χρειάζεται, όμως, να τρέξουμε!.. Kαι να δεχθούμε ότι η οικονομία μας πρέπει να λειτουργεί με τους ίδιους κανόνες που λειτουργούν όλες οι άλλες οικονομίες του πλανήτη, γιατί διαφορετικά θα πρέπει να κλείσουμε τα σύνορα και να επιλέξουμε την απόλυτη ένδεια, υπογραμμίζει ο ΣΕΒ.

Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να διαταράξουμε τον τρόπο που λειτουργούμε, ο οποίος δημιουργεί εισοδήματα και δουλειές για μερικούς σε βάρος των υπολοίπων. Η ταχεία υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη, εάν θέλουμε να οδηγήσουμε την ελληνική οικονομία στη δεύτερη φάση της προσαρμογής (ανάκαμψη και δημιουργία ανταγωνιστικών και με καλές αμοιβές θέσεων εργασίας) και όχι να παραμείνουμε στην πρώτη φάση (ύφεση, ανεργία και ανέχεια, χωρίς επενδύσεις, με τους νέους στο εξωτερικό κ.ο.κ.).

Στη σημερινή συγκυρία, η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών είναι μονόδρομος για την ανάκαμψη της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας.

Όπως αναφέρει ο ΣΕΒ, η οικονομία βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία, με τις εξαγωγές, τη βιομηχανική παραγωγή και τα έσοδα να επιδεικνύουν αξιοθαύμαστες αντοχές, με δεδομένο το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον που επικρατεί, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν εμφανή σημάδια αποδυνάμωσης που εκφράζονται κυρίως με την επιβράδυνση στους ρυθμούς αύξησης.

Η πρόσφατη συζήτηση για παραπέρα αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών παραβλέπει την εμπειρία των τελευταίων 6 ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων η υπερφορολόγηση οδήγησε συστηματικά σε καταστροφή θέσεων εργασίας, ανεργία και κοινωνική ανέχεια, χωρίς να καταφέρνει να εξασφαλίσει τους υπεραισιόδοξους στόχους φορολογικών εσόδων. Η ταλαιπωρημένη αγορά εργασίας αδυνατεί, λόγω των υψηλότατων ασφαλιστικών εισφορών και φόρων, να ανταμείψει όσους παράγουν, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της μισθωτής εργασίας. Από την κατάσταση αυτή ζημιώνονται η οικονομία, η κοινωνία αλλά και το κράτος καθώς στο τέλος εισπράττει λιγότερα χρήματα.

Ενδεικτικά, αναφέρουμε το παράδειγμα εργοδότη που θέλοντας να ανταμείψει ένα σκληρά εργαζόμενο υπάλληλο αύξησε τον μικτό μηνιαίο μισθό του από τις €2.500 στις €3.500. Η αύξηση αυτή κόστισε €1.246 στον εργοδότη, ο εργαζόμενος έλαβε επιπλέον καθαρές αποδοχές €396 και το κράτος εισέπραξε επιπλέον έσοδο €850, δηλαδή το 68,2% της αύξησης πήγε στο κράτος!

Κυριολεκτικά η αριστεία του εργαζόμενου ανταμείβει το κράτος και ο εργαζόμενος μένει με την... ηθική ικανοποίηση ότι με την υπεραπόδοση της εργασίας του συνεισφέρει στη βελτίωση των δημοσίων οικονομικών!

Όπως τονίζει ο ΣΕΒ, παρόλη την αποκατάσταση του σχετικού κόστους εργασίας, οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακόμη τρία ανταγωνιστικά μειονεκτήματα:

1) το υψηλό μη μισθολογικό κόστος (υψηλές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και υψηλός φόρος εισοδήματος μισθωτής εργασίας ή και εργασίας γενικότερα),

2) υψηλό ενεργειακό κόστος (υψηλές τιμές ενεργειακών εισροών, υψηλοί ειδικοί φόροι κατανάλωσης, επιβάρυνση λόγω ενεργειακού μείγματος, επιβάρυνση λόγω επιδοτήσεων των τιμολογίων ενέργειας για κοινωνικούς λόγους κ.ο.κ.) και

3) δυσμενείς όρους χρηματοδότησης (εξαιτίας του κινδύνου χώρας).

Αξιολόγηση