Ράις: Το ΔΝΤ διατίθεται να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα - Οι όροι

Ράις: Το ΔΝΤ διατίθεται να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα - Οι όροι
Το ΔΝΤ είναι διατεθειμένο να συμμετάσχει στο νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα, υπό τον όρο ότι το πρόγραμμα θα βασίζεται σε δύο άξονες: σε ισχυρές μεταρρυθμίσεις, αλλά και σε ένα βιώσιμο χρέος, τόνισε την Πέμπτη ο εκπρόσωπος του Ταμείου Τζέρι Ράις.

Αναφερόμενος στο ρόλο της αποστολής του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθηκαν στην Αθήνα, εξήγησε ότι υπάρχει συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση.

Το Ταμείο είναι πλήρως δεσμευμένο στις συζητήσεις πολιτικής στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, είπε και πρόσθεσε ότι «συζητήσαμε με την κυβέρνηση θέματα σχετικά με την εφαρμογή των πολιτικών». Είναι φιλόδοξη η ατζέντα των μεταρρυθμίσεων, τόνισε.

Η επανέναρξη και η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα εξαρτηθεί από τις κυβερνητικές πολιτικές και την εφαρμογή τους, υπογράμμισε ο εκπρόσωπος του Ταμείου.

Απαντώντας σε ερώτηση εάν το Ταμείο συμφωνεί με την θέση της Ευρωζώνης να συσχετισθεί η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης ο εκπρόσωπος θύμισε ότι η αξιολόγηση από την ΕΚΤ για τις κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών θα ανακοινωθεί στο τέλος της εβδομάδος.

Άφησε πάντως να εννοηθεί ότι το Ταμείο στηρίζει την ανεξαρτησία των τραπεζών και επιθυμεί την μη ανάμειξη της κυβέρνησης στις διοικήσεις.

«Ας περιμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα. Θεωρούμε πως η επαρκής ανακεφαλαιοποίηση, η στήριξη της διοίκησης των τραπεζών και η αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων θα στηρίξουν την εμπιστοσύνη στον τραπεζικό κλάδο και την ελληνική οικονομία μεσοπρόθεσμα», προσέθεσε.

Σε ό,τι αφορά την πρόωρη εξόφληση των δανείων που έχει χορηγήσει προς την Ελλάδα, το ΔΝΤ είναι θετικό.

Ο εκπρόσωπος του Ταμείου απάντησε σε σχετική ερώτηση: «Η πρόωρη εξόφληση του δανείου είναι καλοδεχούμενη».

Σημειώνεται ότι η οφειλή της χώρας προς το ΔΝΤ από τα δύο πρώτα δάνεια που έχει λάβει στο πλαίσιο των Μνημονίων κυμαίνεται σε περίπου 23 δισ. ευρώ.

Αξιολόγηση