Στο στόχαστρο των δανειστών κύριες και επικουρικές συντάξεις

Στο στόχαστρο των δανειστών  κύριες και επικουρικές συντάξεις
Κλειστά αυτιά φαίνεται ότι βρίσκει η πρόταση της Αθήνας να ανοίξει μετά από τον Ιούνιο ο «βαρύς» φάκελος του Ασφαλιστικού, αφού όλες οι πληροφορίες και οι δηλώσεις των τελευταίων 24ώρων συγκλίνουν στο ότι οι δανειστές θα επιμείνουν μέχρι τέλους για «αιματηρά» μέτρα στις συντάξεις, προκειμένου να ξεκινήσει η όποια χρηματοδότηση.

Το αδιέξοδο είναι προφανές, καθώς η κυβέρνηση όχι μόνο διαμηνύει σε όλους τους τόνους πως δεν πρόκειται να περικόψει άλλο τις συντάξεις, αλλά συν τοις άλλοις ετοιμάζεται να καταργήσει δια νόμου τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, κίνηση που χαρακτηρίζεται ως casus belli από την άλλη πλευρά.

Σύμφωνα με πηγές, που έχουν γνώση των διαπραγματεύσεων, «η συζήτηση πάει πάντα στο Ασφαλιστικό, γιατί το δημοσιονομικό όφελος από τις όποιες παρεμβάσεις είναι μεγάλο», φέρνοντας ως παράδειγμα τις εφιαλτικές περικοπές και ανατροπές του 2012, που απέφεραν (λογιστικά) περί τα 4 δισ. ευρώ, βοηθώντας έτσι να κλείσει τότε η αξιολόγηση.

Στην πραγματικότητα, οι δανειστές πιστεύουν ότι είναι η ιδανική στιγμή -λόγω των άδειων κρατικών ταμείων και της απειλής της χρεοκοπίας- για να πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να βάλει ακόμα πιο βαθιά το μαχαίρι στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Ούτως ή άλλως και οι Ευρωπαίοι και πολύ περισσότερο το ΔΝΤ, πιστεύουν ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο ως έχει.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ. Με βάση την ισχύουσα Κοινοτική Οδηγία, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες σε όλα τα κράτη- μέλη, απαγορεύεται να καταγράψουν αύξηση πάνω από 2,5% του ΑΕΠ, σε σχέση με τα επίπεδα του 2009. Τότε, οι σχετικές δαπάνες στην Ελλάδα βρίσκονταν στο 13,6% του ΑΕΠ και σήμερα βρίσκονται στο 15,9%, δηλαδή οριακά κάτω από το «ταβάνι» του 16,1%. Αυτό σημαίνει πως είτε θα πρέπει το ΑΕΠ να «τρέξει» με βάση τις παραδοχές του τελευταίου ασφαλιστικού νόμου, καλύπτοντας το πρόβλημα είτε θα πρέπει να γίνουν νέες περικοπές στις συντάξεις. Κι επειδή η προοπτική του ΑΕΠ αναμένεται να αναθεωρηθεί επί τα χείρω, οι πιέσεις για νέο «μαχαίρι» στις συντάξεις έχουν ήδη ενταθεί.

Στην πραγματικότητα, οι δανειστές θέλουν να ξαναπιάσουν την άκρη του νήματος από εκεί που την άφησαν πριν από τις εκλογές, θέτοντας στην ελληνική πλευρά το εξής δίλημμα: είτε μειώσεις 20% στις κύριες συντάξεις είτε οριζόντιες μειώσεις 5% στο άθροισμα κύριων και επικουρικών συντάξεων. Το πρώτο σενάριο, που είχε απορριφθεί εκ προοιμίου κι από την προηγούμενη κυβέρνηση, θα απέφερε από το 2015 κιόλας ένα δημοσιονομικό όφελος μάλλον δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης, αφού θα εξοικονομούνταν τον πρώτο χρόνο περί τα 250 εκατ. ευρώ. \

Ωστόσο, σε βάθος πενταετίας το δημοσιονομικό όφελος θα έφτανε στα 3 δισ. ευρώ, καθώς πέρα από τη μείωση των συντελεστών αναπλήρωσης, οι συντάξεις θα υπολογίζονταν με βάση την τελευταία και όχι την καλλίτερη 5ετία εργασιακού βίου. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι αποδοχές μειώθηκαν κατά περίπου 20% τα χρόνια μετά από το 2010, είναι προφανές σε τι εποφθαλμιούσαν οι δανειστές.

ΠΑΡΑΔΟΧΗ. Το δεύτερο σενάριο, δηλαδή η οριζόντια περικοπή κύριων και επικουρικών συντάξεων, ξεκινά από την παραδοχή ότι η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στα επικουρικά ταμεία θα μείνει ως έχει. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έχουν κάνει τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών αλλά και τεχνοκράτες της ελληνικής πλευράς, μια οριζόντια μείωση της τάξης του 5%, θα είχε άμεσο δημοσιονομικό όφελος 1,4 δισ. ευρώ. Εκεί ακριβώς στοχεύουν οι δανειστές, προκαλώντας την αντίδραση της κυβέρνησης, που επιμένει στο ότι δεν πρόκειται να λάβει τέτοια μέτρα.

Το Ασφαλιστικό φαίνεται ότι είναι μέρος της εμπλοκής, στις συζητήσεις για τα δημοσιονομικά. «Είμαστε ακόμα πολύ μακριά από τη συμφωνία» δηλώνει στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», υψηλόβαθμος Κοινοτικός αξιωματούχος, σημειώνοντας, μάλιστα, ότι «στην πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει τίποτα από τις 20 Φεβρουαρίου ως σήμερα, αφού ακόμα δεν υπάρχει baseline scenario από την Αθήνα».

Για «βήμα σημειωτόν», κάνει λόγο άλλος Κοινοτικός παράγοντας, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία ότι μπορεί «να προχωρήσουν τα πράγματα εάν οι συζητήσεις στο Brussels Group τρέξουν». Σύμφωνα, πάντως, με πληροφορίες, τα τεχνικά κλιμάκια δεν έχουν συλλέξει ακόμα όλα τα αναγκαία στοιχεία, που θα καταστήσουν δυνατή την εκπόνηση του νέου μακροοικονομικού σχεδιασμού και ακολούθως τη στοχοθέτηση του φετινού πρωτογενούς πλεονάσματος, κάτι που έχει «φρακάρει» την Τεχνική Συμφωνία (Staff Level Agreement), η οποία είναι προαπαιτούμενο για τη συμφωνία σε επίπεδο Eurogroup.


Γιατί «καίγεται» η Κύπρος

Έχοντας χαθεί ουσιαστικά η 24η Απριλίου, άπαντες κρατάνε την αναπνοή τους για το τι θα συμβεί το Μάιο, αφού ο μήνας «κρύβει» πληρωμή 750 εκατ. ευρώ προς το ΔΝΤ, που δύσκολα μπορεί να καλυφθεί -μαζί με μισθούς και συντάξεις- αν δεν υπάρξει «έξωθεν» βοήθεια.

«Δεν νομίζω ότι βγαίνει ο Μάιος», δηλώνει ο πρώτος Κοινοτικός αξιωματούχος, επισημαίνοντας ότι για να ξεκινήσει η εκταμίευση απαιτείται και Compliance Report ήτοι Έκθεση για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που θα συμφωνηθούν. Ο δεύτερος κοινοτικός αξιωματούχος, πιο αισιόδοξος, εκτιμά ότι η κατ’ αρχήν συμφωνία μπορεί να οδηγήσει σε κάποια αποδέσμευση, σημειώνοντας, όμως, ότι αυτό αποτελεί προσωπική του εκτίμηση και όχι «γραμμή» της Κομισιόν.

Τις εξελίξεις παρακολουθούν στην Κύπρο, σε ανοικτή γραμμή με τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Πέρα από το προφανές, ήτοι τον αρνητικό αντίκτυπο σε όλη την Ευρωζώνη από ενδεχόμενο «ατύχημα» στην Ελλάδα, η Κύπρος «καίγεται» και λόγω της ισχυρής παρουσίας των ελληνικών τραπεζών στο νησί. Όπως αναφέρουν πηγές, υπήρξαν ήδη αναταράξεις λόγω της μεταφοράς ρευστότητας από τα υποκαταστήματα της Κύπρου προς την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί «απαγορευτικό» από την ΕΚΤ, πριν γίνουν ανεξέλεγκτα τα πράγματα.

Με δεδομένο ότι και τα υποκαταστήματα των ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο παίρνουν μέρος από τον ELA, που εγκρίνεται για την Αθήνα κάθε εβδομάδα, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι αν επιβληθεί έλεγχος κεφαλαίων στην Ελλάδα, τότε μόνο και μόνο λόγω ψυχολογίας, ο αντίκτυπος στο νησί θα είναι τεράστιος. Και για να γίνει αντιληπτό περί τίνος πρόκειται, στα υποκαταστήματα των ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο αντιστοιχούν περίπου 4 δις ευρώ, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ περίπου το 20% του κυπριακού ΑΕΠ…

ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Αξιολόγηση