Η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα δάνεια, χρειάζεται αναδιάρθρωση του χρέους

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα δάνεια, χρειάζεται αναδιάρθρωση του χρέους
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα δάνεια, αλλά μια μακρόχρονη αναδιάρθρωση του χρέους της, εκτιμά σε άρθρο του στο αμερικανικό περιοδικό Barron΄s, επικεφαλής οικονομολόγος της High Frequency Economics.  Όπως σημειώνεται, «έφτασε η ώρα να ορισθεί μια επιτροπή πιστωτών και να ξεκινήσει η συζήτηση για μια ουσιαστική ανακούφιση της Ελλάδας από το βάρος του χρέους, το οποίο δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί στη σημερινή του δομή. Η μακρόχρονη αναδιάρθρωση ολόκληρου του χρέους αποτελεί το αναπόφευκτο επόμενο βήμα». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, «οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης δρουν σαν να είχαν το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις, επειδή ελέγχουν τις δόσεις ρευστότητας, τις οποίες, όπως πιστεύουν, απεγνωσμένα επιθυμεί και χρειάζεται η Ελλάδα. Η Ελλάδα ωστόσο δεν θέλει νέα δάνεια. Θέλει την αναδιάρθρωση του χρέους της, επεκτείνοντας τις αποπληρωμές των δανείων σε μια μακρά χρονική περίοδο, με μια μεγάλη περίοδο χάριτος, όπου το βάρος της αποπληρωμής θα μετατίθεται προς το τέλος της περιόδου. Αυτό που φαίνεται ότι δεν καταλαβαίνουν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται άδεια για να πτωχεύσει και για να επιβάλει αναδιάρθρωση: μπορεί να το κάνει μόνη της, χωρίς ένα νέο πρόγραμμα από τους πιστωτές της και χωρίς να δεχθεί τους όποιους όρους ή προϋποθέσεις». Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι «ο υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, παραδέχτηκε ότι το ελληνικό χρέος δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί. Από τις πρώτες ημέρες της νέας διακυβέρνησης της χώρας, υπέδειξε το λάθος των προηγούμενων προσεγγίσεων για το επίμονο πρόβλημα ρευστότητας της Ελλάδας, την επίλυση δηλαδή του κενού ρευστότητας με οποιοδήποτε κόστος όταν το πραγματικό ζήτημα ήταν η δημοσιονομική φερεγγυότητα της χώρας. Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Ελλάδα δέχθηκε νέα δάνεια ύψους 145 δισ. ευρώ από το ΕΤΧΣ, 100 δισ. ευρώ ως πίστωση από την ΕΚΤ και κάποια δισ. από το ΔΝΤ. Η Ελλάδα "σταθεροποιήθηκε" αυξάνοντας το χρέος της κατά το ήμισυ σε σχέση με τα εισοδήματά της. Είναι προφανές ότι η τακτική που ακολουθήθηκε δεν έφερε αποτελέσματα. Η ελληνική οικονομία δεν αποκαταστάθηκε, αλλά συντρίφθηκε». Ο αρθρογράφος διατυπώνει την άποψη ότι «ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας θα ήταν πολύ πιο σκληρή για τους πιστωτές της. Μόλις καθίστατο γνωστή η χρεοκοπία ή η πρόθεση χρεοκοπίας για κάποιο ομόλογο, για ένα έντοκο γραμμάτιο δημοσίου ή για κάποιο δάνειο, όλα τα χρεόγραφα της χώρας θα ανακηρύσσονταν χρεοκοπημένα λόγω των δεικτών σταυροειδούς αθέτησης υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές πρακτικές, οι πιστωτές θα διέθεταν 90 ημέρες ή το πολύ 120 ημέρες είτε για να καθορίσουν έναν σαφή δρόμο προς την κατεύθυνση επίλυσης της χρεοκοπίας, είτε για να διαγράψουν οριστικά τις οφειλές. Κανείς στην ευρωζώνη δεν θα ήθελε να δει ένα σύστημα ήδη ανεπαρκώς χρηματοδοτούμενο να υποφέρει από την απώλεια σχεδόν 300 δισ. ευρώ, μέσα σε μια ημέρα, αυτή την άνοιξη. Οι αλυσιδωτές συνέπειες είναι δύσκολο να προβλεφθούν και θα ήταν ευρύτερες από αυτές που θα υπολογίζονταν αρχικά, όπως έδειξε η χρεοκοπία της Lehman και της LTCM». Στο εκτενές άρθρο επισημαίνεται επίσης, μεταξύ άλλων, ότι «το επόμενο βήμα σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να είναι ο καθορισμός μιας επιτροπής πιστωτών για να διαπραγματευτεί μια απόφαση για το χρέος της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει μια μακρόχρονη διαπραγμάτευση. Σήμερα, οι κυβερνήσεις διαπραγματεύονται μια χρηματοδότηση γέφυρα που θα παρέχει χρόνο ορισμένων μηνών ώστε η επιτροπή πιστωτών να μπορέσει να λάβει μια σωστή απόφαση. Με ή χωρίς τη χρηματοδοτική γέφυρα η επιτροπή πιστωτών αποτελεί το αμέσως επόμενο βήμα, καθώς η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει εν ευθέτω χρόνο και θα εισέλθει σε συνομιλίες με τους πιστωτές εάν δεν υπάρξει χρηματοδοτική γέφυρα. Η μόνη επιλογή είναι εάν θα εισέλθουμε στο επόμενο στάδιο με συντεταγμένο ή με χαοτικό τρόπο. Η επιτροπή πιστωτών θα αποτελείται πιθανώς από το ΕΤΧΣ και την ΕΚΤ, τους δύο σημαντικότερους κατόχους ελληνικού χρέους. Θέση στην επιτροπή θα μπορούσαν να έχουν και οι ιδιώτες ομολογιούχοι εάν οργανωθούν νομικά. Αντίθετα, από την επιτροπή θα απέχουν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης, καθώς δεν αποτελούν πιστωτές της Ελλάδας. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγορεύει τον δανεισμό από μια χώρα της ευρωζώνης σε μία άλλη. Αυτό σημαίνει ότι η καγκελάριος Μέρκελ, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε και ο επικεφαλής του Eurogroup, Ντάισελμπλουμ δεν θα συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις. Η επιτροπή πιστωτών θα ήταν κατά συνέπεια μια αποπολιτικοποιημένη επιτροπή που θα συντίθετο από επαγγελματίες στα χρηματοοικονομικά, επισπεύδοντας έτσι την επίτευξη λύσης. Ένας εξωτερικός διαιτητής, στην ιδανική περίπτωση μη Ευρωπαίος, θα συνέβαλε επίσης στη γρήγορη ολοκλήρωση των συνομιλιών». Καταλήγοντας, ο Καρλ Γουέινμπεργκ αναφέρει ότι «οι όροι που θα κατόρθωνε να πετύχει η Ελλάδα σχετικά με την αναδιάρθρωση του χρέους της δεν θα ήταν ωστόσο πιο γενναιόδωροι από εκείνους της πρώτης συμφωνίας. Η αρχική μου πρόταση θα ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα δάνεια, τα ομόλογα, τα έντοκα γραμμάτια δημοσίου και τα άλλα χρέη του δημοσίου σε ένα πακέτο το οποίο θα αναδιαρθρώνονταν σε ένα νέο δάνειο 100 ετών, όπου τα πρώτα 25 χρόνια θα αποτελούσαν την περίοδο χάριτος, ενώ το βάρος της αποπληρωμής θα έπεφτε στα τέλη του δανείου. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα θα διέθετε 25 χρόνια για να ολοκληρώσει την αναμόρφωση της οικονομίας της και για να αποκαταστήσει μια ανάπτυξη στο 5% σε σχέση με το ΑΕΠ». ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αξιολόγηση