ICAP: Η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα έπληξε τον κλάδο της οινοποιίας

ICAP: Η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα έπληξε τον κλάδο της οινοποιίας
Σοβαρά εμπόδια έχει προκαλέσει η παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε την ελληνική οικονομία στην αναπτυξιακή πορεία του κλάδου της οινοποιίας, όπως επισημαίνεται σε σχετική μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της ICAP Group.

Όπως σημειώνει η ICAP Group, η οινοποιία αποτελεί έναν από τους πλέον παραδοσιακούς τομείς της εγχώριας παραγωγής, με σημαντική συμμετοχή στον πρωτογενή τομέα, κατέχει δε εξέχουσα θέση στην εγχώρια αγορά ποτών γενικά. Οι επενδύσεις πολλών επιχειρήσεων με στόχο τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας, είχαν σαν αποτέλεσμα την ποιοτική αναβάθμιση και τον εμπλουτισμό της εγχώριας παραγωγής και την προσφορά μεγάλης ποικιλίας προϊόντων κρασιού, που έχουν αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις. Ωστόσο, η παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε την ελληνική οικονομία, δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στην αναπτυξιακή πορεία του κλάδου.

Η οινοποιία αποτελείται κατά κύριο λόγο από παραγωγικές επιχειρήσεις. Η εγχώρια παραγωγή είναι κατακερματισμένη σε μεγάλο πλήθος οινοποιητικών μονάδων. Στην πλειοψηφία πρόκειται για μικρομεσαίες παραγωγικές μονάδες που ασχολούνται αποκλειστικά με την οινοποίηση. Οι μεγάλες οινοβιομηχανίες αν και ολιγάριθμες, καλύπτουν σημαντικό μέρος της παραγωγής, διαθέτοντας στην πλειοψηφία τους σύγχρονες εγκαταστάσεις και ποικιλία προϊόντων. Επιπλέον, σημαντική είναι η παρουσία στον κλάδο των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών. Οι εισαγωγές οίνου καλύπτουν πολύ μικρό μέρος της εγχώριας αγοράς, ως εκ τούτου είναι περιορισμένος ο αριθμός των εισαγωγικών επιχειρήσεων.

Το κρασί είναι παραδοσιακά συνδεδεμένο με την παράδοση και την κουλτούρα των Ελλήνων, γεγονός που συμβάλλει ώστε να παραμένει ψηλά στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Εν τούτοις, οι συνέπειες της κρίσης που πλήττει το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών επηρέασαν αρνητικά του κλάδο. Η αρνητική οικονομική συγκυρία, πέραν της υποχώρησης της ζήτησης που αναπόφευκτα προκαλεί, παράλληλα ευνοεί την υποκατάσταση των εμφιαλωμένων κρασιών από το χύμα κρασί, η ζήτηση του οποίου έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της κλαδικής μελέτης, η εξέλιξη της παραγωγής οίνου διαχρονικά δεν ακολουθεί σταθερή πορεία. Την προηγούμενη πενταετία (περίοδοι 2004/05 έως 2008/09), η εγχώρια παραγωγή υποχώρησε, με μέσο ετήσιο ρυθμό -2,6%. Την τελευταία πενταετία (περίοδοι 2009/10 έως 2013-2014) η παραγωγή κινήθηκε πτωτικά τις τρεις πρώτες περιόδους ενώ στη συνέχεια ανέκαμψε, διαμορφώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής οριακά αρνητικό για την πενταετία συνολικά. Η εγχώρια οινοπαραγωγή είναι προσανατολισμένη κυρίως στο λευκό κρασί, κατηγορία που συνήθως καλύπτει μερίδιο μεταξύ του 65%-70% του συνόλου. Τα κρασιά με ένδειξη ΠΟΠ και ΠΓΕ καλύπτουν ποσοστό 27%-29% της παραγωγής.

Η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Οικονομικών και Κλαδικών Μελετών της ICAP Group, Σταματίνα Παντελαίου σημειώνει σχετικά με τις εξελίξεις της συγκεκριμένης αγοράς: «Η εγχώρια κατανάλωση οίνου (όπως ακριβώς και η παραγωγή) παρουσιάζει σημαντικές ετήσιες διακυμάνσεις και εναλλαγές. Επομένως θεωρείται πιο αντικειμενική η σύγκριση με βάση το μέσο όρο ανά πενταετία. Την τελευταία πενταετία η μέση ετήσια κατανάλωση οίνου διαμορφώθηκε σε επίπεδα της τάξης των 3.000 χιλ. εκατόλιτρων, μειωμένη κατά 9% περίπου συγκριτικά με το μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας. Σε ετήσια βάση, η εγχώρια κατανάλωση οίνου την περίοδο 2012/13 σημείωσε μικρή αύξηση (4%) σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη οινική περίοδο».

Από το συνολικό μέγεθος της εγχώριας κατανάλωσης οίνου, τα εμφιαλωμένα κρασιά εκτιμάται ότι καλύπτουν ποσοστό κοντά στο επίπεδο του 40% στην παρούσα φάση, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο αντιστοιχεί σε χύμα κρασί (περιλαμβανομένων και των συσκευασιών σε ασκούς).

Αναφορικά με τις εισαγωγές, τα κρασιά εγχώριας παραγωγής καλύπτουν τη ζήτηση σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που διαμορφώνει σε χαμηλά επίπεδα το βαθμό εισαγωγικής διείσδυσης και συγκεκριμένα μεταξύ 5%-8%. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται υποχώρηση των εξαγωγών οίνου μετά το 2010, με το βαθμό εξαγωγικής επίδοσης να διαμορφώνεται σε περίπου 11% την περίοδο 2011/12 και σε 9,6% την περίοδο 2012/13.

Στα πλαίσια της μελέτης πραγματοποιήθηκε και χρηματοοικονομική ανάλυση των παραγωγικών επιχειρήσεων οινοποιίας βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επιπλέον, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος 44 παραγωγικών επιχειρήσεων, για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία ισολογισμών των χρήσεων 2012 και 2013. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα αυτά, οι συνολικές πωλήσεις των 44 επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκαν κατά 6,2% το 2013 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ παράλληλα σημαντική αύξηση παρουσίασε και το μικτό κέρδος (κατά 9,3%).

Παρά τη βελτίωση στα παραπάνω μεγέθη, τόσο το λειτουργικό, όσο και το τελικό καθαρό αποτέλεσμα παρέμειναν ζημιογόνα την εξεταζόμενη διετία, ωστόσο οι ζημίες περιορίστηκαν κατά 35% περίπου το 2013. Θετικό στοιχείο ήταν η αξιόλογη βελτίωση σε επίπεδο κερδών EBITDA.

Αξιολόγηση