Η διεκδίκηση αναδρομικών από εργαζόμενους και συνταξιούχους με απλά ελληνικά

Της Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα*

Η διεκδίκηση αναδρομικών από εργαζόμενους και συνταξιούχους με απλά ελληνικά

          Πολύς λόγος γίνεται τις τελευταίες ημέρες για την διεκδίκηση αναδρομικών από μεγάλες κατηγορίες συμπολιτών μας, συνταξιούχων και μισθωτών του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, οι οποίοι σπεύδουν κατά χιλιάδες να υποβάλλουν αιτήσεις διακοπής της παραγραφής, ζητώντας την επιστροφή των οφειλομένων. Με αφορμή τις πολλές και συχνά ασύνδετες μεταξύ τους πληροφορίες, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αλλά και τις δικαστικές αποφάσεις, που έχουν κατά καιρούς εκδοθεί, θα επιχειρήσω να βάλω σε τάξη τα δεδομένα, που υφίστανται αυτή την στιγμή για κάθε μία από τις επιμέρους κατηγορίες, συνταξιούχων και μισθωτών.

[α] Συνταξιούχοι. Αναφορικά με τις περικοπές στις κύριες και στις επικουρικές συντάξεις έχει εκδοθεί η υπ' αρ. 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε, ότι είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα τρεις κατηγορίες περικοπών και δη:

[αα] Η μείωση του άρ. 6 του ν. 4051/2012, σύμφωνα με το οποίο επιβλήθηκε αναδρομική μείωση 12% για κύριες συντάξεις, που υπερβαίνουν τα 1300 ευρώ και κλιμακούμενη μείωση 10, 15 και 20%, αναλόγως του ύψους αυτών με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ.

[ββ] Η μείωση του άρ. πρώτου του ν.4093/2012, σύμφωνα με την οποία μειώθηκαν σε ποσοστά από 5 έως 20% οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν τα 1000 ευρώ.

[γγ] Η κατάργηση μέσω των διατάξεων του ν.4093/2012 των καταβαλλόμενων επιδομάτων εορτών και αδείας, που είχαν ήδη μειωθεί σε ποσά 200 €, 200 € και 400 €.

Το αιτιολογικό της απόφασης της Ολομέλειας αναφέρεται εκτενώς στην έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης μελέτης αναφορικά με τις επιβαλλόμενες περικοπές, εκτιμώντας, ότι δύο έτη μετά την έναρξη της κρίσης, που ενέσκηψε στην ελληνική Οικονομία, το Δημόσιο όφειλε να έχει αναζητήσει και να έχει εξεύρει και άλλους τρόπος αντιμετώπισης, πέραν της εύκολης οδού της επιβολής μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, όταν από κανένα στοιχείο μάλιστα δεν τεκμηριώνεται, ότι έχει ληφθεί πρόνοια για την διασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων, μετά τις επάλληλες περικοπές.

Σημειώνεται, ότι προηγούμενες μειώσεις, που είχαν ήδη επιβληθεί στις καταβαλλόμενες κύριες και επικουρικές συντάξεις, βάσει των διατάξεων των ν.3845/2010, 3863/20103986/2010 και 4024/2011 είχαν κριθεί σε προγενέστερο στάδιο συνταγματικές, βάσει αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Αυτό, που πρέπει, ωστόσο, κατά κύριο λόγο να γνωρίζουν οι συνταξιούχοι, είναι, ότι με την υπ' αρ. 2287/2015 απόφαση της Ολομελείας δόθηκε περιορισμένη αναδρομικότητα στην κρίση περί αντισυνταγματικότητας των ως άνω περικοπών. Τούτο σημαίνει, κατ' αρχήν, ότι η απόφαση, αφορά άμεσα και εφαρμόζεται ευθέως σε όσους είχαν ασκήσει αγωγή κατά το διάστημα πριν την 10-6-2015, ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Αυτό βεβαίως, δεν αποκλείει αυτοδικαίως την διεκδίκηση της επιστροφής των παρανόμως παρακρατηθέντων κατά το διάστημα αυτό, κάτι το οποίο τελικώς θα κριθεί από το Δικαστήριο, που θα εκδικάσει την αγωγή, όπως εξάλλου έχει συμβεί σε ορισμένες περιπτώσεις.

Για το διάστημα από 10-6-2015 μέχρι και την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου [ν. 4387/2016], κατά το οποίο είχε μεν εκδοθεί η απόφαση της Ολομέλειας χωρίς ωστόσο, το Δημόσιο να σταματήσει τις κριθείσες αντισυνταγματικές περικοπές, όλοι οι συνταξιούχοι ασχέτως εάν είχαν υποβάλλει αγωγή ή όχι δικαιούνται να αξιώσουν την καταβολή των οφειλόμενων. Τέλος, αναφορικά με την συνταγματικότητα των μειώσεων, που έλαβαν χώρα βάσει του ν.4387/2016, οι συνταξιούχοι είναι σημαντικό να γνωρίζουν, ότι το ζήτημα εκκρεμεί από τον Οκτώβριο 2017 ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την απόφαση του οποίου και αναμένουμε. Μεταξύ δε των ισχυρισμών, που αναπτύχθηκαν στην προσφυγή εκείνη είναι και η διάγνωση εκ μέρους της Ολομελείας, εάν μέσω του επανυπολογισμού των κύριων και επικουρικών συντάξεων εξαφανίζεται το ωφέλιμο αποτέλεσμα της απόφασης της Ολομελείας, εάν δηλαδή ο επανυπολογισμός έλαβε χώρα μεταξύ άλλων προκειμένου να μην εφαρμοστούν οι δικαστικές αποφάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζεται, ότι οι αξιώσεις των συνταξιούχων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, η οποία διακόπτεται είτε με την άσκηση αγωγής είτε με την υποβολή αίτησης διακοπής της παραγραφής. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί, ότι μόνο μία αίτηση διακοπής παραγραφής μπορεί να υποβληθεί από τον δικαιούχο ενώ την ίδια στιγμή, η υποβολή αιτήσεως διακόπτει την παραγραφή μόνο για διάστημα έξι μηνών. Μετά την πάροδο του διαστήματος αυτού, η παραγραφή εκκινεί εκ νέου, εφόσον δεν έχει κατατεθεί αγωγή για την διεκδίκηση των οφειλομένων.

[β] Εν ενεργεία υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ και των εν γένει νομικών τους προσώπων [μόνιμοι, Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου]. Οι εργαζόμενοι, που αμείβονται βάσει των διατάξεων του Ενιαίου Μισθολογίου έχουν υποστεί ήδη από την αρχή της κρίσης σειρά περικοπών στις αποδοχές τους. Υπενθυμίζεται, ότι με την υπ' αρ. 668/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας οι πρώτες αυτές περικοπές κρίθηκαν συνταγματικές, καθώς θεωρήθηκε, ότι αποτελούσαν μέτρα άμεσης ανάγκης για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσεως.

Το γαιτανάκι των μειώσεων, ωστόσο δεν σταμάτησε ούτε περιορίστηκε στα πρώτα έτη της κρίσεως. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του ν.4093/2012 καταργήθηκαν από 1-1-2013 τα ήδη μειωμένα από προηγούμενες νομοθετικές παρεμβάσεις επιδόματα εορτών και αδείας στους εργαζόμενους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων.

Αυτονόητη συνέπεια και της περικοπής αυτής ήταν η άσκηση εκ μέρους δεκάδων υπαλλήλων προσφυγών, που μέχρι σήμερα έχουν οδηγήσει στην έκδοση σειράς δικαστικών αποφάσεων κατά κανόνα πρωτόδικων δικαστηρίων όλης της χώρας, με τις οποίες έχει κριθεί, ότι οι περικοπές των επιδομάτων εορτών και αδείας, αντίκεινται στο Σύνταγμα και στο 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το δικαίωμα στην περιουσία, καθώς όπως και στην περίπτωση των συνταξιούχων, οι μισθωτοί του Δημοσίου κλήθηκαν να καλύψουν για πολλοστή φορά το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής, σε ένα χρονικό σημείο, στο οποίο το Δημόσιο μπορούσε και όφειλε να έχει λάβει και άλλα πρόσφορα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Και επειδή τίποτε δεν προέρχεται από παρθενογένεση, στις αποφάσεις αυτές γίνεται εκτενής αναφορά στην υπ' αρ. 668/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία κρίθηκε, ότι μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων είναι συμβατή με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ενώ αντιθέτως κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, όπως εν προκειμένω, προσβάλλει τα ανωτέρω δικαιώματα.

Εκείνο, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής στην περίπτωση των εργαζομένων στο Δημόσιο και στα λοιπά νομικά πρόσωπα, είναι το γεγονός, ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων υπόκεινται σε διετή παραγραφή, παρ' ότι, όπως έχει κριθεί μέσω απόφασης του ΕΔΔΑ, η παραγραφή θα έπρεπε να είναι πενταετής. Η παραγραφή των αξιώσεων εκκινεί από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις και διακόπτεται είτε σε περίπτωση άσκησης αγωγής είτε σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως διακοπής της παραγραφής, η οποία αναστέλλει την παραγραφή για διάστημα έξι μηνών.

Ιδιαίτερα ευνοημένοι στην περίπτωση της δικαστικής διεκδίκησης των οφειλόμενων επιδομάτων εορτών και αδείας είναι οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, καθώς εκεί παρέχεται η δυνατότητα μέσω της μη άσκησης ενδίκων μέσων να υπάρξει άμεση ικανοποίηση των εργαζομένων με την έκδοση πρωτοδίκων αποφάσεων, όπως έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις μέχρι σήμερα.

Όποιον δρόμο και εάν επιλέξει κανείς να πάρει, αυτόν της άσκησης αγωγής ή της υποβολής αίτησης διακοπής της παραγραφής, πρέπει να έχει στο νου του, ότι οι υποθέσεις αυτές χρειάζονται αρκετό χρόνο προκειμένου να εκδικαστούν και να τελεσιδικήσουν και ότι αποτελούν διεκδικήσεις, που θα κριθούν σε πολλαπλά επίπεδα στο μέλλον.

Κλείνοντας, για όσους ενδιαφέρεστε να μάθετε την προσωπική μου άποψη αναφορικά με την δικαστική διεκδίκηση των αναδρομικών, πιστεύω, ότι αυτή αποτελεί μία καθαρά προσωπική επιλογή κάθε ενδιαφερόμενου, ο οποίος πρέπει με ψυχραιμία και σύνεση να αποφασίσει τι είναι αυτό, που ο ίδιος επιθυμεί να πράξει. Για εμένα, πάντως μοναδική χαμένη μάχη είναι αυτή, που δεν δόθηκε ποτέ.

  • Η Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα είναι δικηγόρος – εργατολόγος. Ειδικεύεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Ως νομικός σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ, έχει αντιπροσωπεύσει πολλάκις την Ομοσπονδία των Δημοσίων Υπαλλήλων στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια και στους Διεθνείς Οργανισμούς.